«Η επίθεση κυβέρνησης ΕΕ κλιμακώνεται με μοναδικό στόχο τη διασφάλιση της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου με μόνιμα θύματα τους εργαζόμενους. Μέσα σε όλα και η κατάργηση της Κυριακής Αργίας που ήταν και είναι πάγιο αίτημα των πολυεθνικών και όλων των μεγαλεμπόρων. Η κατάργηση της αργίας της Κυριακής έρχεται να υλοποιήσει τις διαχρονικές απαιτήσεις των μονοπωλίων για βαθιές ανατροπές στον εργάσιμο χρόνο, για μέγιστη ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις εργασίας, με απελευθερωμένο ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων». (από την ανακοίνωση του Σωματείου Ιδιωτικών Υπαλλήλων νομού Κυκλάδων, για την απεργία της 17ης Μαΐου).

Εδώ και δεκαετίες, σχεδόν από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι και το πρόβλημα του ανοίγματος των καταστημάτων τις Κυριακές καθώς και το θέμα του ωραρίου λειτουργίας τους. Μπορεί τώρα να μας πιέζει η τρόικα να απελευθερώσουμε τα ωράρια και να θεσμοθετήσουμε το άνοιγμα των καταστημάτων τις Κυριακές, όμως τα θέματα αυτά δεν είναι καινούργια.

Αμέσως μετά την άφιξη της κρίσης, το πρόβλημα επανήλθε δριμύτερο. Να ανοίγουν ή να μην ανοίγουν τα καταστήματα τις Κυριακές; Να απελευθερωθεί το ωράριο ή όχι; Και αν ναι, τι θα γίνει με τα μικρομάγαζα, που δεν έχουν προσωπικό για να καλύψουν τις επιπλέον ώρες;

Οι διαμαρτυρόμενοι φορείς, συνδικάτα και κόμματα της αριστεράς, έκαναν από τότε απεργίες για τα δικαιώματα των εργαζομένων, που χάνουν την αργία της Κυριακής τους, κουβέντες για τα μονοπώλια, επιχειρήματα κατά των μέτρων αυτών, ότι για παράδειγμα με την κρίση ο κόσμος δεν έχει λεφτά για αγορές οπότε σε τι ωφελεί να ανοίγουμε τις Κυριακές, να ξοδεύουμε χρήματα και χρόνο, μιλούσαν για καταπάτηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων κλπ.κλπ.

Έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια με το ίδιο βιολί. Μπήκαμε στην ευρωζώνη, μπήκαμε στα μνημόνια, άλλαξαν πέντε έξη κυβερνήσεις, και το τοπίο παραμένει ίδιο κι απαράλλαχτο. Είμαστε λέει ευρωπαίοι. Τίποτα δεν είμαστε. Μόνο ελληναράδες.

Θυμάμαι όταν ήμουν φοιτήτρια, είχα πάει στο Παρίσι να επισκεφθώ τον αδελφό μου που σπούδαζε εκεί. Ένα βράδυ πεινούσαμε, δεν είχαμε τίποτα στο σπίτι του να φάμε. Μπορούμε να φτιάξουμε μια μακαρονάδα, λέει ο αδελφός μου. Μα δεν έχουμε ούτε μακαρόνια ούτε ντομάτα κονσέρβα. «Δεν πειράζει, θα πάμε από κάτω στο μίνι μάρκετ να πάρουμε» λέει ο αδερφός μου. «Καλά, μα η ώρα είναι 12 το βράδυ, θα είναι κλειστό». «Όχι, δεν κλείνει αυτό ποτέ». Πήγα, ήταν ένα μικρό μαγαζάκι, μια τρύπα, και είχε τα πάντα. Και ήταν ανοιχτό. Αγόρασα τα χρειαζούμενα, μαγειρέψαμε, φάγαμε. Θυμάμαι ακόμα στα νιάτα μου, όταν έμενα στα Εξάρχεια, πολύ κοντά στο σπίτι μου ήταν ένα γαλατάδικο. Ανοιχτό από το πρωί μέχρι τις 2 το άλλο πρωί. Πηγαίναμε μεσάνυχτα, μας τηγάνιζε ο γαλατάς δυο αυγά μάτια, παίρναμε και μια γιαούρτι και γάλα, και όλα καλά.

Τα μαγαζάκια εκείνα, δεν ήτανε σούπερ μάρκετ, ούτε μονοπώλια. Μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις ήτανε. Και δεν είχανε κανένα πρόβλημα με τα ωράρια. Έπειτα, επί ΠΑΣΟΚ, μπήκανε στη μέση οι συνδικαλιστικοί φορείς, οι οποίοι δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα στην παράγκα που λέγεται Ελλάδα. Στην παράγκα όπου το μόνο που απομένει για να γκρεμιστεί, είναι να πέσει η σκεπή να μας πλακώσει.

Είναι ένας παραλογισμός σε καιρούς όπου τα μαγαζιά, κυρίως τα μικρά, κάνουν αμάν για να δούνε έναν πελάτη να περνάει το κατώφλι τους, να μην μπορούν να ανοίξουν κατά βούλησιν όποτε θέλουν. Και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πρέπει να ρυθμίζει κράτος και συνδικάτα τα ωράρια λειτουργίας τους. Καταστρατηγούνται, λέει, τα δικαιώματα των εργαζομένων από τα μονοπώλια και μπλα μπλα μπλα. Μα καλά, πού ζούνε αυτοί οι κύριοι; Δεν έχουνε πάρει χαμπάρι ότι τα δικαιώματα των εργαζομένων έχουνε κάνει φτερά εδώ και δεκαετίες; Εγώ προσωπικά, στην επαγγελματική μου ζωή, μόνο δυό φορές έχω υπογράψει σύμβαση εργασίας. Και μιλάμε για εποχές παχιών αγελάδων.

Επιπλέον, νομίζω πως ο κλάδος του εμπορίου ανήκει στην ιδιωτική πρωτοβουλία όπου υποτίθεται ότι υπάρχει η λεγόμενη ελεύθερη αγορά. Όμως φαίνεται πως κάποιοι συνδικαλιστές και πολιτικοί είναι τόσο ακραίοι κρατιστές, που θέλουν όλοι μας να γίνουμε δημόσιοι υπάλληλοι. Δεν ρώτησαν ούτε τους μαγαζάτορες ούτε τους καταναλωτές, τι θέλουν και τι τους συμφέρει. Ξέρουμε δα πώς παίρνονται οι αποφάσεις σ’ αυτούς τους φορείς. Με τις γνωστές κομματικές ντιρεκτίβες. Έτσι λοιπόν, παραμένουν όλα ίδια και απαράλλαχτα και η παράγκα σιγά σιγά μετατρέπεται σε ωραία ερείπια.