Της ήτανε μεγάλες οι ροζ φανελένιες μπιζάμες. Είχε και σήμερα πυρετό. Δεν θα πήγαινε σχολείο. Ένιωθε αδύναμη. Βαστούσε ακόμη το κρυολόγημα. Θα της έδινε ασπιρίνη η μαμά, λιωμένη σε λίγο νεράκι μαζί με ζάχαρη σε μια κουταλιά της σούπας. Θα την κατάπινε με υπομονή και θα περίμενε να πέσει ο πυρετός. Τι βαρετό που ήταν να είναι άρρωστη στο κρεβάτι, κλεισμένη στο σπίτι, χωρίς να μπορεί να τρέξει στην «Τένια Μπάχτσα»*, να παίξει με τους φίλους της. Κοιτούσε γύρω της σαστισμένη και εξαντλημένη από τον επίμονο πυρετό. Ήθελε κάτι να περιμένει, κάτι ωραίο να συνέβαινε, κάτι που θα άλλαζε τη διάθεσή της.

-Έλα να πιεις την ασπιρίνη κοπέλα μου, τώρα που έφαγες λιγάκι, της είπε η μαμά.

Το κορίτσι την κοίταξε στα μάτια. Τα χέρια της ήταν λεία, απαλά, δροσερά, δυνατά, υπομονετικά. Την άγγιξε στα μαλλιά, τη χάιδεψε τρυφερά, με συμπόνια.

-Υπομονή κοριτσάκι μου… θα περάσει.

Όλα ήταν ήσυχα και σιωπηλά στο σπίτι. Οι σπουργίτες έξω, κελαηδούσαν ζωηρά, πετούσαν ανέμελα με ζωηρές κινήσεις στον καθαρό αέρα, σε μια δική τους σοφή περιπλάνηση. Το φως της μέρας την τύφλωνε όπως έμπαινε από το μεγάλο παράθυρο. Διάχυτο, αντανακλούσε φωτίζοντας τους μεγάλους εσωτερικούς τοίχους της κουζίνας. Τα αδύναμα χλωμά μάτια της δεν άντεχαν να το κοιτούν κατάματα. Φαινόταν ξένη η ζωή και το φως στη δίνη του πυρετού, κάνοντας την να νιώθει ασήμαντη, λιγοστή. Όσο κι αν ήθελε να σηκωθεί να τρέξει, την ακινητοποιούσε ένας δυνατός πόνος στο μέτωπο.

Το ήσυχο νανούρισμα των ήχων της αυλής διέκοψαν διακριτικά βήματα που πλησίαζαν την εξώπορτα. Κάποιος επισκέπτης ερχόταν. Τι ωραία! Μα δεν περίμεναν κανένα…

-Ωωωω… φώναξε η μαμά, καλώς τους, καλώς τους!

Αγκαλιές, φιλιά. Καλώς ήρθατε. Η θεία Βενέτω από το Νησί** με τον άντρα της, τον καλύτερο φίλο του πατέρα της, το Δημητρό.

Κρατούσε στα χοντρά, σκληρά δουλεμένα χέρια της ένα μεγάλο ψηλό κουτί μέσα σ’ ένα ωραίο λουλουδάτο περιτύλιγμα, τριανταφυλλί χαρτί, με μικρά άσπρα ανθάκια.

Ήξεραν ότι ήταν λίγο άρρωστη. Τα είχαν πει στο τηλέφωνο… Ήταν δώρο (!) για εκείνη. Άστραψε από χαρά το πρόσωπό της.

-Τι φκιάν-τι, πώς ίστι. Ιμίς δεν ιφκιράμε απ΄τς δλιές να ‘ρθουμι να σας διούμι άλλη φορά. Τώρα βρήκαμι ιφκιρία. Έτιχι σήμιρα. Η Δημητρός νύχτα σκών-τι κι παέν στου μαντρί.

Της έδωσαν το κουτί. Το πήρε στην αγκαλιά της. Έσκισε προσεκτικά το χαρτί, αφού το κράτησε για λίγα δευτερόλεπτα στα χέρια της να το νιώσει. Δεν θα είχε κρατήσει τόσο μεγάλο δώρο άλλη φορά στα χέρια της. Δεν είχε καθόλου παιχνίδια… μόνο κάτι ασήμαντα πραγματάκια, που τα είχε βαφτίσει παιχνίδια. Τα παιχνίδια της δεν είχαν υλική υπόσταση, δεν ήταν σπουδαία αντικείμενα. Έξω στη γειτονιά ήταν τα παιχνίδια της… κυνηγητό, κρυφτό, μήλα, κεραμιδάκια, λάστιχο.

Αποκαλύφθηκε μια όμορφη γυαλιστερή κούκλα πίσω από μια διάφανη αστραφτερή βιτρίνα. Είχε γαλάζια μάτια κι ολόξανθα, μακριά μαλλιά που χρύσιζαν στιλπνά, στους ώμους της, καλοχτενισμένα, λαμπερά. Τα μαγουλάκια της ήταν ροδαλά, βελούδινα σαν ώριμα βερίκοκα. Τα βλέφαρά της πυκνά και μαύρα, τονισμένα, για να δίνουν ένα μαγικό βλέμμα. Το φόρεμά της γαλάζιο σαν τον ουρανό με ολόλευκο φραμπαλά γύρω-γύρω, αεράτο, πλουμιστό, μεγαλειώδες. Στα πόδια φορούσε άσπρα καλτσάκια με κόκκινα δετά παπούτσια. Ένας ωραίος μεγάλος μπλε φιόγκος βρισκόταν κάτω από το λαιμό της που φώτιζε ακόμα πιο πολύ το πρόσωπό της. Ήταν στηριγμένη καλά η πλάτη της, καμαρωτά, έλαμπε ακόμα πιο πολύ στο πράσινο φόντο του κουτιού. Τι όμορφη που ήταν η κούκλα της! Την καμάρωνε… σπίθες γλυκές πετούσαν τα αθώα παιδικά μάτια της.

-Μαμά… να την ανοίξω; Ρώτησε.

Δεν πήρε τη φόρα, εκείνου του παιδιού που αυτονόητα θα άνοιγε με λαχτάρα το παιχνίδι του. Ξαναρώτησε.

-Μαμά, να την ανοίξω;

– Όχι ακόμα, κοίτα τι όμορφη που είναι, γιατί να τη χαλάσεις… της είπε.

Μα δεν θα τη χαλούσε… Ήθελε μόνο να την κρατήσει στα χέρια της, να της χαϊδέψει τα μαλλιά, να της φιλήσει τα μάγουλα, να την φροντίσει σαν να ‘ταν μωρό της. Πρώτη φορά που θα κρατούσε δική της κούκλα στα χέρια της. Μια ολοκαίνουργια κούκλα! Τι ζήτησε; Απλά να την κρατήσει στα χέρια της… Υπάκουσε όμως και περίμενε ήσυχα… Απόμεινε να την κοιτάει χαζεμένη, να τη θαυμάζει, να την ονειρεύεται, έτσι καθώς έστηνε με τη φαντασία της παιχνίδια μαζί της.

Θα ονειρευόταν πολλά στη ζωή της… έτσι, χωρίς να τ’ αγγίξει ποτέ. Θα ονειρευόταν, θα ονειρευόταν… ήταν η αρχή για να μάθει να ονειρεύεται.

Κρατούσε το γυαλιστερό κουτί σαν ένα διάφανο παράθυρο μπροστά στη δική της ελευθερία που όμως ακόμη δεν άνοιξε. Χάιδευε τη ζελατίνα ακούγοντας τον απαλό της θόρυβο… Ήταν όμως δική της, ολοδική της! Την κοιτούσε κι ονειρευόταν πλάι της. Ωωω… δεν χόρταινε την όμορφή της, τη χρυσή της κούκλα. Κι ονειρευόταν αφού δεν της επέτρεπαν να την ανοίξει.

Την έβαζε να καθίσει δίπλα της. Της κουβέντιαζε, την τάιζε, χόρευε μαζί της, της τραγουδούσε, της έλεγε παραμύθια, την πήγαινε βόλτα, την έσφιγγε στην αγκαλιά της, της χάιδευε τα υπέροχα ξανθά μαλλιά της, τα λευκά τρυφερά χέρια της, το φίνο ύφασμα του φουστανιού της, το φιόγκο, τα λεπτά κορδόνια των παπουτσιών της.

Περίμενε καρτερικά τις επόμενες μέρες… Μα πότε θα την άφηνε επιτέλους η μάμα ν’ ανοίξει το αστραφτερό, διάφανο κουτί. Η κούκλα γινόταν κάθε μέρα και πιο ποθητή. Την είχε στολίσει ψηλά, πάνω στο ψυγείο της κουζίνας, δίπλα στο κρεβάτι της. Σ’ αυτό ξάπλωνε τώρα που ήταν άρρωστη για να είναι δίπλα στη μάμα, στην κουζίνα, να την προσέχει όση ώρα θα μαγείρευε.

Την καμάρωνε, είχε τόσο χαρεί με το ανέλπιστο δώρο που δεν την πείραζε και τόσο που δεν είχε ανοίξει ακόμα το κουτί. Δεν την πείραζε όσο κι αν χρειαζόταν να περιμένει. Ίσως και να το απολάμβανε λιγάκι άλλα όχι για πολύ. Η λύπη άρχισε να παίρνει τη θέση της χαράς.

-Κοίτα τι όμορφη που είναι! Έλεγε η μαμά.

–Αν την πάρεις και την ανοίξεις, θα πάψει να είναι όμορφη. Θα λερωθεί το φουστάνι της. Έτσι κοίτα πόσο καθαρή κι αστραφτερή είναι…

Η μαμά την έβλεπε σαν ένα ωραίο μπιμπελό γι’ αυτό τα έλεγε αυτά… δεν ήταν όμως στη θέση της. Σαν κορίτσι ήθελε να παίξει μαζί της… δεν της έφτανε απλά να την κοιτάει. Τόσο περίεργο ήταν αυτό που ζητούσε; Τι πιο φυσικό… Ήξερε μέσα της πως η μαμά δεν θα μπορούσε να της αγοράσει άλλη κούκλα, αν τη χαλούσε και γι’ αυτό φερόταν έτσι. Μα δεν την ένοιαζε να πάρει άλλη. Αυτήν ήθελε. Θα την πρόσεχε. Καμία άλλη δεν ήθελε. Δεν θα χρειαζόταν, δεν είχε σημασία που μπορούσε να της αγοράσει άλλη. Ήταν συνηθισμένη σ’ αυτό. Δεν ζητούσε ποτέ τίποτε. Ήξερε.

Πόσος καιρός πέρασε χωρίς να τολμά να την ανοίξει, δεν θυμάμαι. Είχε μάθει να κάνει υπομονή. Να περιμένει. Να μη ζητά. Να δέχεται αδιαμαρτύρητα ότι της έλεγε η μαμά για να μη τη στενοχωρήσει. Έπρεπε να είναι καλό παιδί. Ούτε καν σκέφτηκε να την ανοίξει κρυφά από εκείνη. Δεν θα το έκανε ποτέ.

Μέρα με τη μέρα, σιγά-σιγά, από το «πάρε- ξαναπάρε» στην αγκαλιά της, άρχισε να ξεφτάει η ζελατίνα που τύλιγε το κουτί με την κούκλα. Κι εκείνη βέβαια έβαλε λίγο το φοβισμένο, δειλό χεράκι της, στις άκρες του κουτιού κι άρχισε να το γρατσουνάει σιγά- σιγά σαν το γατί, για να φανεί δήθεν ότι άνοιξε από μόνο του, τάχα μου, τάχα μου χωρίς να το έχει προκαλέσει εκείνη. Η επιχείρηση «σκίσιμο του κουτιού» πήγαινε καλά.

Είχε σταματήσει πια να παρακαλάει τη μαμά. Η ζελατίνα είχε σχεδόν σχιστεί. Κάτι χαραμάδες άφησαν τον αέρα να μπει μέσα, και ν’ αναπνεύσει επιτέλους η κούκλα και μαζί με την κούκλα κι εκείνη. Η μαμά ενέδωσε επιτέλους. Πλέον δεν υπήρχε λόγος να τη φυλάει άλλο κλεισμένη σε μια άθλια, σκονισμένη, κουρελιασμένη ζελατίνα!

Η κούκλα βρέθηκε στα χέρια της πια… δεν χάρηκε όμως. Σύντομα τα ωραία μεταξένια μαλλιά της δεν θα στόλιζαν το ψεύτικο χαμογελαστό πρόσωπό της. Την κούρεψε σύριζα μ’ ένα ψαλίδι κι ευχαριστήθηκε. Το κοντό κούρεμα μεταμόρφωσε την κούκλα σε κάτι τελείως διαφορετικό. Δεν ήταν και τόσο άσκημη. Ήταν τώρα σαν μαθητριούλα, φίλη της, κουτσοκουρεμένη από ατάλαντη κομμώτρια, όχι εκείνη η γοητευτική και υπέροχη πριγκίπισσα που πρωτοείδε.

Σε δεύτερη φάση, όταν το κούρεμα θα προχωρούσε ακόμα πιο πολύ, ίσως θέλοντας να το βελτιώσει ή ίσως από εκδίκηση στην εφήμερη, ψεύτικη ομορφιά, θα της άφηνε μόνο τις φύτρες των μαλλιών της στο πλαστικό κεφάλι- αφού δεν μπορούσε να τις ξεριζώσει τελείως- για να τις χαϊδεύει και να βλέπει πόσο σκληρές και ψεύτικες ήταν… Τόσο λίγο λοιπόν κρατάει η ομορφιά;

Κατάλαβε όμως και κάτι άλλο… αυτό που δεν απόκτησε όταν το πόθησε, σημαντικό έγινε, κι ας μην ήταν. Το πόθησε πιο πολύ όσο το περίμενε, όσο δικό της δεν γινόταν. Κι όταν έγινε κι είδε το πόσο ψεύτικο ήταν, έπαψε σημαντικό να είναι… γιατί… ψεύτικο ήταν!

Σημ.

* Μπαχτσές, μεγάλο οικόπεδο του Τένη (οικογένεια στη Γουμένισσα του Κιλκίς), αλάνα, μεγάλος χώρος με πολύ άπλα όπου έπαιζαν, έτρεχαν, αλώνιζαν τα παιδιά.

** Νησί Ημαθίας, πολύ κοντά στην Αλεξάνδρεια του Ν. Ημαθίας.