ΉΤΑΝ ΜΑΗΣ ΤΟΥ 2013 όταν η εφημερίδα μας, αφιέρωσε μια ναυτική μουσική ποιητική βραδιά στο θέατρο Απόλλων σε τρεις συριανούς ναυτικούς ποιητές.

Ο ΚΟΣΜΟΣ μέχρι την τελευταία σειρά θεωρείων στον Απόλλωνα ανάσαινε τη μυρωδιά της θάλασσας, κοινωνώντας  τη ζωή των ναυτεργατών όλου του κόσμου. Δυο καπετάνιοι Τάκης Κυριτσόπουλος, Νίκος Σαλίβερος και ένας μηχανικός Δημήτρης Βόϊκος του Ελληνικού Εμπορικού Ναυτικού.

ΤΡΕΙΣ ΝΑΥΤΕΡΓΑΤΕΣ – συνταξιούχοι πλέον- που όχι μόνο εμπλούτισαν την συριανή ποίηση αλλά μας εμπιστεύτηκαν από την αρχή της ίδρυσης του «Λ» και– μέσω της δημοσίευσης των ποιημάτων τους- συνέβαλλαν στην αναβάθμιση της ποιότητας της ύλης μας.

ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ, όπως και τότε  απλώνονται μπροστά μας οι ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι ναυτικοί «των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων».

ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΑΤΕ λοιπόν συνταξιδιώτες, με το διάκι πρόσω ολοταχώς για τούτο το μπάρκο, χωρίς το φόβο ότι το καραντί  θα μας μπατάρει.

ΘΑ ΠΛΕΥΣΟΥΜΕ  παρέα με την ποίηση που σηματοδοτεί μια εποχή όπου το επάγγελμα του ναυτικού ήταν το κυρίαρχο και στη συριανή κοινωνία.

Ήταν η λύση της δύσκολης οικονομικής κατάστασης. Πατώντας πάνω σ αυτά τα χνάρια οι ναυτικοί έχτισαν τη ζωή τους και πορευτήκαν με φουρτούνες, ράδες και απάνεμα λιμάνια.. Τα ποιήματά τους με τρυφερότητα, παράπονο, ειρωνεία, χλευασμό και με ένα τρόπο Μπωντλερικό, κάποτε σπαραξικάρδιο, παρόντα σε όλο το μεγαλείο της ζωής..

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΪΚΟΣ γεννήθηκε στην Ερμούπολη. Αποφοίτησε από τη Σχολή Μηχανικών Σύρου και μπαρκάρισε στα ποντοπόρα πλοία, στα οποία υπηρέτησε ως μηχανικός.

 ΈΧΕΙ ΕΚΔΩΣΕΙ δύο ποιητικές συλλογές «Αμφιλύκη» και «Πουνέντες»  που φιλοξενήθηκαν σε  εφημερίδες και περιοδικά.

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ έχουν μελοποιηθεί και τραγουδηθεί από τον Γιώργο Μπάιλα.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΤΟΥΣ είναι ο στοχασμός.

ΤΟΝ ΔΙΑΚΡΙΝΕΙ ένας αθεράπευτος  ρομαντισμός και μια διαπεραστική θλίψη.

ΕΠΗΡΕΑΣΜΕΝΟΣ από ποιητές όπως ο Ουράνης, ο Λαπαθιώτης, ο Καρυωτάκης ξε­κίνησε τη σχέση του με την ποίηση  από την παιδική του ηλικία.

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ δεν ήθελε να ακολουθήσει το ναυτικό επάγγελμα και ας βρισκόταν τότε στο απόγειο της δόξης του. «Φιγούρες άλλης εποχής, θυσία στους τρανούς. Χρόνο το χρόνο δένεστε με μπάρκα και με κάβους. Και σας διαφημίζουνε σλόγκαν στο στεριανούς «επάγγελμα καλό». Λίγο πιο πάνω από τους σκλάβους».

Η ΣΤΟΦΑ ΤΟΥ δεν έχει σχέση με τον ναυτικό έτσι όπως ο κόσμος τον γνώρισε μέσα από την ποίηση του Καββαδία που υπνωτίζει και σαγηνεύει με τους τύπους των λιμανιών, τη ζαλιστική μυρωδιά των σπιτιών των κοριτσιών, τις σκοτεινές διαδρομές των περιθωριακών και καταδικασμένων.

Η ΑΠΟΥΣΙΑ των δικών του ήταν μόνιμα ένα αγκάθι στην καρδιά του: «Μα η ζωή μου ‘ναι σκληρή  και μ’ έχει μακριά σας,  σε ξένα πέλαγα γυρνώ  βαριά απελπισμένος  και ψάχνω τα απόβραδα  κάποιο χαμόγελό σας,  κι αναπολώ τις μέρες μας  που φύγανε, μαζί σας».  

ΞΕΠΕΡΝΑΕΙ ΤΗΝ ΠΛΗΞΗ του Ουράνη, την αιτιώδη σχέση των πραγμάτων του Καρυωτάκη, την αβυσσαλέα τάση φυγής του Λαπαθιώτη.

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ ΤΟΝΟΣ, δεμένος με τους ανθρώπους του. Κάθε ποίημά του είναι αφιερωμένο ξεχωριστά στον καθένα: «Κι εσύ … κρατάς με τη σιωπή, κρυφή μια περηφάνια  του ναυτικού κληρονομιά… θαλάσσιας σπουδής,  κι εγώ…, που θέλω να σου πω για κείνα τα λιμάνια…;  που ξέρεις πια καλά…, πως δεν θα ξαναδείς» 

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ για την επικρατούσα κατάσταση στη στεριά – με την ξένη πλέον νοοτροπία σε σχέση με την αντίστοιχη ναυτική- ηχεί σαν χτύπος  βαριοπούλας.  «Έχει απρόβλεπτους κινδύνους η στεριά! Αυτά ποτέ, χάρτης κανείς, δεν τα ‘χει… κι είναι, που νοιώθω βάρος στο στομάχι και τρέχω να μπαρκάρω μακριά….»   

—————————————–

Ο ΤΑΚΗΣ ΚΥΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΣ γεννήθηκε στην Ερμούπολη και αποφοίτησε από τη Σχολή Εμποροπλοιάρχων Σύρου.

ΈΧΕΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕΙ μεγάλο αριθμό ανέκδοτων ποιητικών συλλογών και ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλά έντυπα και εφημερίδες. Πλείστα απ’ αυτά έχουν μελοποιηθεί από τον ίδιο και από τον Γιάννη Αργυρίου.

ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ τα οποία άρχισε να γράφει από μαθητής, μας έχει χαρίσει και ευλογημένες ώρες χαμόγελου με τα σκίτσα και τις γελοιογραφίες του.

ΈΧΕΙ ΣΥΜΜΕΤΑΣΧΕΙ σε πολλές εκθέσεις ανά την Ελλάδα αλλά έχει παρουσιάσει ατομικές εκθέσεις στην  γενέτειρά του και αλλού.

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ συχνά αριστοκράτισσα, έχει μια λύπη  που δεν πέφτει ποτέ στη μονοτονία. Τον διακρίνει μια κλασική απλότητα.

 ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΑΚΗ η επιλογή στη θάλασσα ήταν λύση  ανάγκης: «Η καταιγίδα, η καταχνιά, του πρωινού η πάχνη/ χρόνια σ’ ακολουθούσανε σε θάλασσες θολές/ μέχρι, που σου βαψε λευκή την κόμη η αλισάχνη. Ζωή, που σ εντοιχίσανε σε Δέκα Εντολές».

ΠΕΤΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ. Γι’ αυτό  τη ναυτική ζωή  άργησε να την αποδεχτεί..«Δεν είμ’ εγώ που πούλαγαν στη γυάλινη βιτρίνα μια δύση, που πορφύρωνε την κόψη του σουγιά»…

Η ΥΠΟΒΛΗΤΙΚΗ ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ με εικόνες της ανοιχτής θάλασσας και των μακρινών λιμανιών συμπληρώνεται μοναδικά από την ίδια την στιχουργική του, με τον μουσικό κυματισμό που δίνει στην ομοιοκαταληξία του.

ΤΟ ΒΑΣΑΝΟ ΤΟΥ ΈΛΛΗΝΑ ναυτικού το μετατρέπει σε μια αυθεντική αισθαντικότητα, ένα φτεροσάλεμα.

ΈΧΕΙ ΚΑΘΑΡΗ ΓΛΩΣΣΑ, ευγενικό συναίσθημα, και, κάποτε, πικρό χιούμορ. «Όταν με τα πεζόβολα με ψάρευαν οι θύτες/ κι έψαχνα έν απάνεμο λιμάνι να δεθώ..…Θέλω μονάχα μια φορά ζωή να σε νικήσω,  Μ αν σε νικήσω μια φορά, πάντα θα σε νικώ».

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ των ναυτικών  ήταν μίζερη με μονότονο μοτίβο τον μισεμό. Ένα μαντήλι να κουνά στην παραλία και ένα χέρι από το πλοίο να αποχαιρετά.

 ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΓΟΥΡΕΣ ακουμπούσαν την ελπίδα τους για  αντάμωση που όμως κάποτε άδικα περίμενε η κοπέλα τον γυρισμό του αγαπημένου της : «Στου άσπρου βράχου τη σπηλιά/ πάνω απ’ τα’ ακροθαλάσσι / χρόνια ρωτά μια κοπελιά για κείνον που χει χάσει. …Δεν πάει σε πρωτολείτουργο/  άγιο δεν ασημώνει, μον βλέπει που το χάραμα το πέλαγο ματώνει…»

————————————-

Ο ΝΙΚΟΣ ΣΑΛΙΒΕΡΟΣ γεννήθηκε στο Βράχο, όπως του αρέσει να  λέει την Σύρα όταν οι Γερμανοί , φεύγοντας, βουλιάζανε τον Πειραιά.

ΦΟΙΤΗΣΕ ΣΤΗ ΣΧΟΛΗ ΕΜΠΟΡΟΠΛΟΙΑΡΧΩΝ, στην πρώτη χρονιά της λειτουργίας της στη Σύρο και όπως ήταν φυσικό  τα πρώτα του γραπτά  τα έγραψε στη… .θάλασσα : «Στην Παναγιά, κοντράτο κλείνεις, αλά-Γιάλτα/ Θαλασσολούλουδα, μυρτιά αντί για σμάλτα. Τους κάβους Μπόνο και Μαλιά να σ’αξιώσει,να βρεις στα «νέτα» και Πατρίδα να σου δώσει».

Ο ΝΙΚΟΣ είναι η εύθυμη νότα του μισεμού. Είναι το  σατυρικό δράμα. Είναι της μελαγχολίας  η περιστασιακή παρωδία από τις τραγωδίες που είχαν προηγηθεί.

ΤΟ ΕΥΘΥΜΟ ΥΦΟΣ –ουσιαστική λειτουργία του σατυρικού δράματος – είναι το κυρίαρχο στοιχείο των ποιημάτων του.

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ είναι αληθινή με την Ιθάκη οδηγό «Η Ιθάκη είν’ ο σκοπός του καθενός στη  ζήση/ και γι’ αυτό ο αγώνας μας χρειάζεται το σθένος.Μ’ όπλα της αυτόγνωσης το πλοίο μας αν γεμίσει/ ο «εχθρός» μας ομπροστάδεν θα’ναι πλέον ξένος».

ΓΝΗΣΙΟΣ ΑΠΟΓΟΝΟΣ του Γεωργίου Σουρή, γράφει σατυρικά ποιήματα με το  ψευδώνυμο  «Σάλος») . Ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί  από τον Γιάννη Αργυρίου και  δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες ενώ τελείως ιδιωτικά επί δύο χρόνια εκτύπωνε «μικρόν φυλλάδιο, σατυρικών ποιητικών σχολίων μετά σκωπτικής και όχι μόνον διάθεσης».

Ο ΝΙΚΟΣ είναι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών : «Θάλασσα, μύρο του Μαγιού  και τ’ουρανού σταγόνα, θάλασσα ,οίνε της οργής και με χαρές απείρους.. Θέλω το χάδι σου σιμά ,σε κάποιο ακροβράχι, στο βλέμμα σου η στάχτη μου, ελευθερία νάχει, Θέλω στ’ άγριο μνήμα μου, ξύλινο το Σταυρό».

ΕΧΕΙ ΓΡΑΨΕΙ ΣΤΙΧΟΥΣ θεληματικής ειρωνείας. Πίσω απ’ αυτό, όμως, κρύβεται μια ψυχή κάθε άλλο παρά ειρωνική, μια ψυχή τρυφερή, γεμάτη ακόμη από την ικανότητα –την τόσο πολύτιμη– να ξεγελιέται, όπως είναι οι ψυχές των  ποιητών: «Κι’εγώ ,κόκκος άμμου στον κόσμο, ξεχασμένος, γυμνός και μόνος, προσπαθώ με το νού να πιάσω… Τί;…..Το απόλυτο Τίποτα».

 «ΨΙΘΥΡΙΖΕΙ» πάντα με την καρδιά για τα καράβια που έζησε, τους ναυτικούς  τα αδέλφια του με τα κοινά βιώματα: «Παιδιά του πέλαγου και του ξενιτεμού, παιδιά της Νίσυρος, της Θράκης της Αθήνας, της κόλασης ,του εξαναγκασμού,παιδιά φτωχά, της «κούφιας Λαμαρίνας..»…