ΕΔΩ και (τουλάχιστον) τριάντα χρόνια, κάθε Μεγάλη Εβδομάδα και ιδιαίτερα τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί, η σκέψη των Συριανών στρέφεται στα Ταφικά Μνημεία του Αγίου Γεωργίου και στην προσφιλή ταχτική των εκάστοτε κυβερνώντων να υπόσχονται την αποκατάσταση, υποσχέσεις που όμως μένουν το ίδιο εξακολουθητικά στα λόγια.

ΤΡΙΑΝΤΑ και πλέον χρόνια το ίδιο παραμύθι, με διαφορετικό κάθε φορά περιτύλιγμα τόσο από τις Δημοτικές Αρχές όσο και από τις Κυβερνήσεις που παραμυθιάζουν τις Δημοτικές Αρχές και εκείνες με τη σειρά τους τους δημότες.

ΟΥΤΕ ένα βήμα μπροστά, με τα περισσότερα ταφικά μνημεία έρμαια του χρόνου, ο οποίος δεν δείχνει κανένα σεβασμό, προφανώς ακολουθώντας τον ανύπαρκτο σεβασμό των ανθρώπων οι οποίοι τα κληρονόμησαν από τους προγόνους τους και δεν φαίνονται ικανοί να τα διατηρήσουν και να τα παραδώσουν άθικτα στις επόμενες γενεές.

ΠΑΡΑ το γεγονός ότι έχει χυθεί πολλή μελάνη σχετικά με το θέμα της εγκατάλειψης και της μη αποκατάστασής τους, εντούτοις δεν διαφαίνεται -παρά και τις νέες υποσχέσεις- καμία πρόθεση προκειμένου να γίνει κάποια παρέμβαση, έστω και περιορισμένης έκτασης, σε ορισμένα εξ αυτών, ώστε να αποφευχθεί ακόμα και η κατάρρευσή τους.

ΝΑ θυμίσουμε ότι η λήκυθος στο μνημείο Πετροκόκκινου, έργο του Βιτάλη, που αποτελεί αντιγραφή έργου του Λυσικράτη, το οποίο βρίσκεται στην Πλάκα της Αθήνας, βρίσκεται πεσμένη και κακοποιημένη από βέβηλα χέρια από το 2008  ενώ τα θραύσματά της βρίσκονται σε κιβώτιο συσκευασίας κηπαίων (πορτοκάλια, μανταρίνια) στο κωδωνοστάσιο του Αγίου Γεωργίου περιμένοντας μάταια τους ειδικούς να την αποκαταστήσουν και να την επανατοποθετήσουν στη βάση της.

ΠΡΙΝ από εννέα χρόνια ο Κυριάκος Ρόκκος, γλύπτης, καθηγητής της Σχολής Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης και ο γνωστός μας γλύπτης, καθηγητής ΤΕΙ Αθηνών, Πραξιτέλης Τζανουλίνος, όταν επισκέφτηκαν για πρώτη φορά τα Ταφικά Μνημεία και διαπίστωσαν ιδίοις όμμασι  την κραυγαλέα εγκατάλειψή τους, δεν έκρυψαν την έκπληξή τους γιατί «νόμιζαν πως βρισκόταν σε μια βομβαρδισμένη πόλη» και πως για εκείνους αποτέλεσε «ένα μεγάλο χτύπημα», γιατί κατέδειξε «το μεγαλείο της αδιαφορίας μας, που δεν παρατηρείται μόνο εδώ στη Σύρο, αλλά σε όλα τα μέρη της Ελλάδας».

ΟΤΑΝ, κατά το παρελθόν, η εφημερίδα είχε επικοινωνήσει με το Υπουργείο Πολιτισμού και είχε εκφράσει το απαιτητικό αίτημα των Συριανών να ληφθούν μέτρα και να ξεκινήσει η αποκατάσταση των ταφικών μνημείων πριν αυτά μας μείνουν μόνο σαν εικόνες στο βιβλίο που είχε εκδώσει ο Δήμος Ερμούπολης με μέριμνα του τότε προέδρου του αείμνηστου Αντώνη Μαρκουλή, η απάντηση ήταν αποστομωτική. «Κάνετε υπομονή. Όλη η Ελλάδα ένα απέραντο μουσείο είναι που έχει ανάγκη αποκατάστασης των μνημείων του. Πού να πρωτοπάμε και ποιο να πρωτοκοιτάξουμε».

ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ πλήρως η απάντηση, γιατί αλίμονο αν καθένας αυθαίρετα άρχισε να επεμβαίνει και να «αποκαθιστά» τέτοιας εμβέλειας και απαράμιλλου κάλλους μνημεία. Δεν θα είχε μείνει τίποτα όρθιο στην Ελλάδα, αλλά η υπομονή έχει και όρια τα οποία προφανώς έχουν ξεπεραστεί κατά πολύ.

ΟΜΩΣ, όταν η Πολιτεία αδυνατεί να παρέμβει, αλλά υπάρχει η δυνατότητα επίβλεψης της όποιας αποκατάστασης ή συντήρησης, με εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό, τότε τα πράγματα αλλάζουν και χρειάζεται μια περισσότερο σφαιρική αποτίμηση της κατάστασης.

ΠΟΛΛΕΣ φορές ο Δήμος είχε επισημάνει ότι είναι η δυνατή η παρέμβαση, πάντα με την επίβλεψη της Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων, εφόσον υπάρχει έμπειρο δυναμικό το οποίο μπορεί να εξευρεθεί, με Τήνιους (αλλά και Συριανούς) γλύπτες, οι οποίοι είναι αφενός μεν πιστοποιημένοι και αφετέρου έχουν την κατάλληλη εμπειρία, δηλαδή μια λύση που θα έλυνε το πρόβλημα χωρίς παρενέργειες.

Η ΠΡΟΤΑΣΗ αυτή εύρισκε πάντα τη σθεναρή αντίδραση του Υπουργείου Πολιτισμού και η πάγια απάντηση ήταν «Ή εμείς, με δικό μας προσωπικό ή κανένας» και μάλιστα με απειλή αυστηρής ποινικής δίωξης σε περίπτωση παρέμβασης χωρίς την απαιτούμενη (και μηδέποτε χορηγούμενη) άδεια του Υπουργείου.

ΕΤΣΙ το σήριαλ συνεχίζεται, η φθορά συνεχίζεται, η οποιαδήποτε δέσμευση του οποιουδήποτε συνεχίζεται, όπως συνεχίζεται και ο εμπαιγμός, με τα ταφικά μνημεία να αποτελούν ένα ιδιότυπο υπαίθριο μουσείο στην Ερμούπολη, αποκομίζοντας τον θαυμασμό των επισκεπτών, παράλληλα με την απορία τους, «γιατί οι Συριανοί δεν αγωνίζονται δυναμικά για να σώσουν την πολιτιστική τους κληρονομιά;»