ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Κεφάλαιο Εικοστό

ΓΙΟΒΑΝΝΑ

Ο πρωινός καφές στην πλατεία την άλλη μέρα, έμελλε να φέρει εκπλήξεις. Έτσι όπως ήσυχα κουβέντιαζε η παρέα των συμμαθητών, τους πλησίασε μια ψηλή, πανέμορφη κοπέλα. Τα μαύρα μακριά μαλλιά της, έδιναν ακόμη περισσότερη φωτεινότητα στο λευκό, νεανικό, βελούδινο δέρμα της. Έλαμπε το χαμόγελο στο πρόσωπο της όταν τους καλημέρισε. Ο Νίκος την κοίταξε θαμπωμένος. Αυτή τη γυναίκα την ερωτευόσουν με την πρώτη ματιά. Πόσο μάλλον ο Νίκος. Τι συναρπαστική γυναίκα, είπε μέσα του, μοιραία! Αν μπορούσε να διαβάσει κανείς τα συναισθήματά του εκείνη τη στιγμή θα καταλάβαινε πόσο είχε μαγευτεί με την πρώτη ματιά. Έμειναν όλοι άφωνοι! Το βλέμμα της  Νανώς καρφώθηκε επάνω της, ταραγμένο, συγκρατημένο όμως! Δεν το πρόσεξε κανείς. Εκείνη δεν μίλησε. Δεν είπε τίποτα.

Καλή σας μέρα! Είπε ευγενικά, με θάρρος που έδειχνε σαν να τους ξέρει χρόνια. Μπορώ να μιλήσω στο Νίκο; Εξέταζε έναν-έναν τους άντρες της παρέας- έψαχνε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του- μέχρι που τον εντόπισε. Ο Νίκος…(;) ξαναείπε. Εγώ είμαι γλυκιά μου, απάντησε ξεροκαταπίνοντας-με το ζόρι βγήκε η φωνή του! Τα είχε χαμένα! Πίεζε τον εαυτό του να συνέλθει από την ταραχή και την έκπληξη, και να μην το δείξει. Χαμογέλασε μηχανικά. Δεν ήταν καθόλου άνετος όπως συνήθιζε. Ήταν γεμάτος ερωτηματικά. Ζήτησε συγνώμη από την παρέα κι απομακρύνθηκαν οι δυο τους, σ’ ένα ήσυχο  ακριανό τραπέζι.  Οι υπόλοιποι είχαν μείνει άναυδοι. Ποια ήταν αυτή; Μια από τις πολλές του κατακτήσεις ή… Η Νανώ τους κοιτούσε έναν-έναν σαν να τους έλεγε, υπομονή, θα μάθετε σε λίγο… που να ξέρατε…

Η Γιοβάννα, άνετη, έσκυψε και τον φίλησε στο μάγουλο. Εκείνος ξαφνιάστηκε ακόμα περισσότερο. Ποια ήταν αυτή; Ένα υπέροχο άρωμα, μαζί με τη μυρωδιά του νεανικού κορμιού, τον καθήλωσε. Δεν έχω ξαναδεί ποτέ μου, τέτοια γυναίκα! Αναρωτήθηκε. Τόσες πέρασαν από τη ζωή μου- κοντά μισός αιώνας- δεν συνάντησα ποτέ μου τέτοιο πλάσμα! Ποια είσαι;  της είπε ήρεμα. Με λένε Γιοβάννα. Τον κοιτούσε σαν να μην μπορούσε να τον χορτάσει. Επίμονα, άπληστα. Ψάχνοντας κάθε πόρο του δέρματός του, ανιχνεύοντας τον, εξετάζοντας κάθε του αντίδραση, βλέποντας τον στιγμές-στιγμές, άλλοτε με συστολή, άλλοτε με πρωτόγνωρο θράσος, βαθιά μέσα στα μάτια. Το βλέμμα παραδεχόταν την ομορφιά, τη γοητεία του. Αναμφισβήτητα, για την ηλικία του είναι ένας ωραίος άντρας (!) είπε μέσα της με θαυμασμό. Ευτυχώς που είχαν καθίσει γιατί αλλιώτικα δεν θα την κρατούσαν τα πόδια της, θα λιποθυμούσε. Αυτός ήταν λοιπόν; Γνωριζόμαστε από κάπου; της είπε, προσπαθώντας να βγάλει άκρη  μέσα στου μυαλού του το λαβύρινθο, με τη σκέψη του να ταξιδεύει στα παλιά,  να θυμάται μια-μια τις γυναίκες που είχε γνωρίσει. Μήπως υπήρχε καμιά που δεν θυμόταν; Μα ήταν ποτέ δυνατό να μην θυμάται εκείνος, αυτή τη γυναίκα; Αδύνατον! Όχι, δεν γνωριζόμαστε. Δεν γνωριστήκαμε ποτέ. Το βλέμμα της στράφηκε στο τραπέζι των συμμαθητών, εστιάζοντας στο πρόσωπο της Νανώς που εκείνη τη στιγμή τους εξηγούσε. Είμαι η κόρη σου! Του είπε καθαρά. Το πρόσωπο του Νίκου χλόμιασε μεμιάς. Αυτόματα πρόσεξε ότι του έμοιαζε πολύ. Κατάμαυρα μεγάλα μάτια, μαύρα μαλλιά,  φωτεινό πρόσωπο, βλέμμα γοητευτικό, λάγνο! Δεν μπορούσε με τίποτα να αμφιβάλλει ότι ήταν κόρη του. Η ομοιότητα ήταν παραπάνω από ξεκάθαρη και ούτε καν το είχε προσέξει πριν! Εκείνη τη στιγμή πάγωσε. Ένιωσε σαν να σταμάτησε η καρδιά του, σαν να αρνιόταν να συνεχίσει να χτυπά. Ποια ήταν η μητέρα; σκέφτηκε μπερδεμένος καθώς ήταν. Τη ρώτησε και ταυτόχρονα αναρωτήθηκε. Με ποια απ’ όλες τις γυναίκες της ζωής του είχε κάνει αυτό το θεσπέσιο πλάσμα! Έψαχνε μέσα του πανικόβλητος και άκρη δεν έβρισκε… Είμαι η κόρη σου και η κόρη της Νανώς, συνέχισε. Χλόμιασε ακόμα περισσότερο εκείνος, πάνιασε! Τώρα ήταν που θα σταματούσε εντελώς η καρδιά του… Της Νανώς; Αδύνατον! Δεν το χωρούσε ο νους του. Μα είχε να την δει τριάντα χρόνια… δεν ήξερε τίποτε! Γιατί δεν μου είπε ποτέ τίποτε; Τόσα χρόνια… τη ρώτησε. Ποτέ δεν θέλησε να μάθεις… Θύμωσε πολύ μαζί σου. Σε θεωρούσε ακατάλληλο για πατέρα. Ούτε και σ’ εμένα είπε τίποτε ποτέ. Ήξερα ότι ο πατέρας μου την εγκατέλειψε και είχαμε χάσει τα ίχνη του. Όπως κι έγινε στην ουσία. Η γιαγιά Σοφία μου είπε την αλήθεια. Εκείνη μου είπε να έρθω εδώ. Ήξερε ότι θα ερχόσουν κι εσύ. Τότε ήταν ακόμη φοιτήτρια. Έμεινε έγκυος. Η γιαγιά την ενθάρρυνε να  με κρατήσει. Της συμπαραστάθηκαν  οι γονείς της, πράγμα ασυνήθιστο για την εποχή, την ηλικία της. Θόλωσε εντελώς το μυαλό του Νίκου. Σκοτείνιασε το πρόσωπό του. Από ντροπή, από τρόμο, για τον εαυτό του; Μια ολόκληρη ζωή είχε περάσει και δεν είχε «ζήσει» το παιδί του! Ένιωσε ξαφνικά, μέσα σε μια στιγμή, αδύναμο το κορμί του, ισχνή την ανάσα του, τα χέρια του  να παραλύουν. Ένας αφόρητος, δυνατός πόνος στο στήθος, τον καθήλωσε, χτυπώντας τον αλύπητα, ακαριαία. Τον ακινητοποίησε χωρίς καθόλου να μπορέσει να αντιδράσει, να μιλήσει, να πει κάτι, μετά από το σοκ που δέχτηκε. Η καρδιά του δεν μπόρεσε να αντέξει τον πόνο, το φόβο, την απορία, την έκπληξη, την τιμωρία της ζωής!

Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που  θα έβλεπε την κόρη του ο Νίκος! Θρόμβωση, εμβολή στην καρδιά! Θα έτρεχαν όλοι κοντά του. Μπήκε εσπευσμένα στο χειρουργείο. Δεν τον πρόλαβαν. Δεν μπόρεσαν με κανένα τρόπο να επαναφέρουν την λειτουργία της καρδιάς του. Νεκρός. Το σταμάτημα της ήταν καθοριστικό και αμετάκλητο. Εκείνη το είχε αποφασίσει, διαλέγοντας την πιο όμορφη στιγμή- ή την πιο δύσκολη(;)- της ζωής του! Τη στιγμή της πιο απρόσμενης ευτυχίας! Της πιο απρόσμενης αποκάλυψης! Δεν τον είχε λογαριάσει η καρδιά του, όπως καμία δεν είχε λογαριάσει κι εκείνος. Η Γιοβάννα έμεινε άφωνη, πάγωσε το βλέμμα της. Πριν γνωρίσει τον πατέρα της, τον έχανε για πάντα… Έτσι άδοξα έσβησε η ζωή του Νίκου, εκείνο το πρωί, σαν το κεράκι στο ξαφνικό φύσημα του αέρα.  Ο Θανάσης ο γιατρός της παρέας, δεν είχε προλάβει να κάνει τίποτε. Τον είχε προλάβει η μοίρα το Νίκο, έπαιρνε εκδίκηση;  Ακαριαίο ήταν το χτύπημα του θανάτου, ίδιο ίσως μ’ εκείνο το χτύπημα που είχε δεχτεί η Νανώ- παιδί ακόμα, στο πρώτο έτος των σπουδών της- όταν την άφησε χωρίς καμιά εξήγηση κι έφυγε.  Μεγάλωσε μόνη της το παιδί της, αρνούμενη να ζητήσει οτιδήποτε  από εκείνον, να του χαρίσει οτιδήποτε. Ανέλαβε μόνη της την ευθύνη της. Είχε πικραθεί με μια νεανική, απόλυτη πίκρα, είχε κατακλυσθεί από έναν μεγάλο θυμό! Δεν του το φανέρωσε ποτέ. Έτσι σταμάτησε η καρδιά του Νίκου, πάνω στη μεγάλη του χαρά και έκπληξη, πάνω στην μεγάλη ντροπή που ίσως ένιωσε- δεν ξέρουμε. Δεν το άξιζες (!)… είχε πει στον εαυτό του, είχε παραδεχτεί φευγαλέα πριν υποκύψει στην αιφνίδια επίθεση του θανάτου. Δεν πρόλαβε καν να κοιτάξει τη Νανώ. Να της πει κάτι με το βλέμμα, να τη ρωτήσει με τα μάτια, «γιατί» (;). Αναπάντητο θα έμενε για πάντα εκείνο το «γιατί» του! Όπως είχε μείνει και το δικό της αναπάντητο, εκείνο που δεν τόλμησε ποτέ της να ρωτήσει, να πει σε κανέναν. Κι η κόρη του… τον αμφισβήτησε κι αυτή με το βλέμμα της, πως δεν άξιζε να είναι πατέρας της, είχε προλάβει να του το  πει με την σκληρή ματιά της. Δευτερόλεπτα, έλαμψαν τα μάτια της από αγάπη και ένιωσε τη λαχτάρα να θέλει να τον σφίξει στην αγκαλιά της! Δεν άξιζε να νιώσει το αγκάλιασμα του παιδιού του; Τόσο στυγνοί κι αλύπητοι ήταν όλοι; Οι άνθρωποι κι η μοίρα!

Έπαιζε με τις καρδιές, ο Νίκος, μια ζωή… Έπαιξε κι η  δική του μαζί του. Έπαιξε… κορώνα-γράμματα τη ζωή του και την πήρε για πάντα…

Ερμούπολη, 01-06- 2018                                Μαρία Π. Κρόντη