«Η Διοίκηση του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου Σύρου είναι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσει ότι υπεγράφη η σύμβαση για την προμήθεια με τίτλο «εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων ασφαλείας λιμενικών εγκαταστάσεων λιμένα Σύρου»… συνολικής δαπάνης 1.246.846,04 ευρώ…»

Δεν είναι θέατρο, δεν είναι σινεμά, δεν είναι τα Όσκαρ, είναι η ηλεκτρονική αναβάθμιση του λιμανιού της Ερμούπολης. Όπως διαβάζουμε σε σχετικά ρεπορτάζ, στο σύστημα ασφαλείας θα υπάρχει ένα κέντρο ελέγχου για το λιμάνι και την κρουαζιέρα αλλά θα γίνουν επίσης και επεμβάσεις για τον έλεγχο της διέλευσης των οχημάτων με κάμερες και ηλεκτρονικά συστήματα που θα καταγράφουν όλες τις κινήσεις εποχούμενων και πεζών. Ταυτόχρονα τοποθετούνται και φωτεινοί σηματοδότες για να ρυθμίζουν την κίνηση των οχημάτων, ενώ στον εσωτερικό χώρο του λιμένα τοποθετούνται μικρές κάμερες ασφαλείας και ελέγχου. Ήδη οι σχετικές εργασίες  έχουν ξεκινήσει και προχωρούν με γοργό ρυθμό.

Υποτίθεται ότι η αναβάθμιση αυτή γίνεται για την ανάπτυξη της κρουαζιέρας, όμως εμείς, ως καχύποπτοι, μυριζόμαστε ότι έχει σχέση με την αναβάθμιση της χώρας μας σε περιοχή υψίστης ασφαλείας, όπου στο κέντρο της βρίσκεται το Αιγαίο και στο μάτι του κέντρου το νησί μας με το νέο του Νεώριο και όλα τα άλλα που θα προκύψουν εξ αυτού…

Όλα αυτά καταλαβαίνουμε ότι γίνονται για το καλό μας, για την ασφάλειά μας και για την αναπτυξιακή μας προοπτική που συνδέεται στενά, όπως όλοι γνωρίζουμε, με την γεωστρατηγική μας θέση.

Ωστόσο η παλιά μας αθωότητα, όταν τραγουδούσαμε το «κάθε λιμάνι και καημός», έχει πεθάνει μαζί με την παιδική μας ηλικία. Θυμάμαι τότε, εκείνα τα παλιά χρόνια, όταν τα λιμάνια ήταν τα σύμβολα της ελευθερίας και της νιότης μας, των ταξιδιών και των ονείρων μας. Και περπατούσαμε αμέριμνοι στην προβλήτα και χαζεύαμε τα ιστιοπλοϊκά και ζηλεύαμε τα κότερα και οραματιζόμασταν ότι βρισκόμαστε στη μέση του αγαπημένου μας Αιγαίου και τραμπαλιζόμασταν σαν βρέφη και γινόμασταν γλάροι και κύματα…

Τώρα στα λιμάνια θα μας βλέπουν παράξενα άψυχα μάτια και τα δικά μας μάτια θα υψώνονται για να αντικρύσουν ένα πολυώροφο κρουζιερόπλοιο σαν ένα γιγάντιο θαλάσσιο τέρας που έχει εξοκείλει και ποτέ πια δεν θα μπορούμε να κάνουμε βόλτες στην παραλιακή για να μυρίσουμε τον αέρα της ελευθερίας και το νησί μας θα έχει γίνει μια μικρή Αθήνα, ένας μικρός Πειραιάς, ένα μικρό Λονδίνο.

Και φυσικά, τα φώτα, οι κάμερες, τα ηλεκτρονικά μάτια και τα συστήματα, πρέπει να γίνουν για το καλό μας. Μας λένε ότι αυτό πρέπει να το κατανοήσουμε και το κατανοούμε .

Περνάμε σε μια νέα εποχή. Οι αλλαγές είναι ραγδαίες. Από πάνω μας ουρλιάζει ο αέρας και μας πνίγει η κλιματική αλλαγή και βρυχάται απειλητικά η καταιγίδα και πέφτουν βροχή οι κεραυνοί και κάθε τόσο απαγορευτικό. Τα πλοία δεμένα στα λιμάνια και η ψυχή μας σκοτεινή και μόνη να αναμένει το άγνωστο που έρχεται. Το αναγκαίο και αναπόφευκτο άγνωστο. Η ασφάλεια έναντι της ελευθερίας. Και όλοι μας πια, κουρασμένοι από τις ματαιωμένες απόπειρες να γίνει ο κόσμος μας καλύτερος-παρόλο που ακόμα αντέχουμε να είμαστε αισιόδοξοι και χαρούμενοι, κάποιες φορές σαν παιδιά-διαλέγουμε την ασφάλεια. Και το καταλαβαίνουμε ότι έτσι πρέπει να γίνει. Όπως ο επιστήμονας που κατανοεί τον βάτραχο όταν τον ανοίγει με το νυστέρι αλλά ο βάτραχος έχει πια πεθάνει.

Κι όταν η παιδική μας αθωότητα θα έχει πια πεθάνει, θα ψάχνουμε για άλλα νησιά να συντροφεύουν τα όνειρά μας, τις μέρες και τις νύχτες μας και τις βόλτες μας σε μικρά απρόσιτα λιμάνια.