Ξύπνησα,
ρουφώντας την ανάσα μου
σαν πρωινός καφές.
Οι χθεσινές πληγές μου,
πρόσφορο
σε λειτουργία
από ωδίνες και αντίμαχους.
Ενάντιος πενθώ
μπροστά σ΄ ένα χλωμό καντήλι,
ανένδοτος
μπροστά σε μια σβηστή μνήμη,
άτρωτος ευτυχώς
από βαυκαλισμών κύκλους επάλληλους.

Μ΄επόνεσες
μα δεν σε είπα λύπη·
ατελέσφορα περάσματα δεν θέλω.
Σε άφιλους καιρούς,
γλυκομιλώ στης μοίρας
τα ασύμμετρα σενάρια·
στο στάδιο μου
δεν αρνούμαι να ματώσω πια.
Μειλίχιος βυζαίνω το αίμα μου
από μαστούς κόρης γυμνόποδης
από πυρακτωμένες θηλές ηφαιστείων
από το ρίγος των μεγάλων πανικών.
Άλκιμος και θαλερός τώρα,
δεν μου βαριοφαίνεται τόσο
της ζωής το δίφεγγο λάκτισμα.

Ανδρέας Ρίζος