Πέρα στην εύφορη την γη της Γαλιλαίας διάβηκες
βλαστάρι κορφινό αναδεντρίτη ουρανοσκάλωτου,
από το στέρνο του Ιεσσαί δροσάνοιγμα
η γενιά Σου, ανέγγιχτο και πολυμύριστο!

Στον όχτο λίμνης γαλανής και ψαροτρόφας
λιγνόποδος απάνω στο χοχλάδι στάθηκες
αλιευτής ψυχών ασπίλωτων, παιδιάτικων,
στο ριγηλό τους χείλος αγκιστρώνοντας γλυκά

του λόγου σου το δολωμένο παραγάδι!
Ο λαός ο καθήμενος μεσ΄το σκοτάδι
στ΄ ανάβλεμμα σου ορθώθηκε στητός
καθώς η δρασκελιά σου αντάριαζε το νου του

και των ματιών εφώτιζε τα υπνωμένα βλέφαρα!
φιλόδωρος λαός· απ΄ της ψαριάς σου την περίσσια
ευφραινόμενος, αντίδωρο προσφέροντας στην καλοσύνη:
στ΄ ανάβαθα, πασίχαρος να ξεφωνίζει τ΄ωσσανά!

Ορθός Εσύ, πάνω στης τράτας την γλιστρή την πρύμνα,
ζυγιές – ζυγιές ξεκρίνοντας τις ήμερες αρνάδες,
όπου ξετρέχουν το γλυκό να πιουν του λόγου ανάμα
καθώς από της γλώσσας Σου αναπηδάει την κρήνη,

μ΄ανασκωμένη δεξιά για να σιμώσουν τους καλείς,
κι αφού στερνά, για μια φορά, θα σύρουνε τα δίχτυα
το διάφορο να στοχαστούν πιότερο ποιό βαραίνει:
να ΄σαι αλειέας των ψαριών ή των ψυχών αξίζει

΄συ να καλάρεις και ψαριά μεγάλη ν΄ ανεβάζεις;
Κι εκείνοι αμέσως το βαθύ σα νοιώσαν ψυχανέμι
σύσμιχτα δεν σφαλίσανε τα χείλια τ΄ αλμυρά
μήτε άσκοπα αφουγκράστηκαν το κάλεσμα Σου τ΄Άγιο·

μ΄αθιβολές δεν βάρυναν· δεν μπήκαν να ζαρώσουν
με σε πελάδα νοτερή για να σ΄αλησμονήσουν,
μα σα να είναι από καιρό για τούτο ετοιμασμένοι
«ευθέως» τα δίχτυα αφήνοντας στην άκρια πεταμένα,

ακράτητοι απ΄ το πύρωμα που καίει τα σωθικά τους
Ραββί φωνάζουν… κι είν΄γλυκό στο στόμα τ΄ όνομα Σου!
…τώρα ξοπίσω ακολουθά τ΄ ανάλαφρο Σου αχνάρι
ήμερο σμάρι αδελφικό λουσμένο μεσ΄το φως Σου!

 

 

Ανδρέας Ρίζος