ΤΟΝ κοίταζα στις ασπρόμαυρες φωτο με τα πυκνά μαλλιά (γεμίζεις στρῶμα/ μόνο μ᾿ αὐτά) και γένια του (γένια μὲ τρίχες ἐδῶ κι ἐκεῖ) και  μου φαινόταν τόσο οικείος.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ διάβαζα τα ποιήματά του που για μένα εκείνη την εποχή ήταν μια όαση μειδιάματος μέσα στο ρομαντικό καταθλιπτικό ποιητικό τοπίο.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΑΛΟΚΩΣΤΑΣ και η χαροκαμένη μάνα που: «Είχε τρία παιδιά πεθαμένα, αγγελούδια, λευκά σαν τον κρίνο./ Κ’ ένα μόνον της έμεινεν, ένα/ και στον τάφο κοντά ήτον κ’ εκείνο/….

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ με το «Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη..»,

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ«Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με πιστόλι στην καρδιά»  ..

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ: «Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι μες την κρύα μου κάμαρα …».

ΤΟΝ αγάπησα τόσο, ώστε αποστήθιζα στίχους του για τις.. δύσκολες ώρες.

ΑΓΟΡΑΣΑ σε εφηβική ηλικία όλους τους τόμους του μαζί με το «Ρωμιό».

ΉΤΑΝ η όαση στη μιζέρια.

ΔΙΑΚΩΜΩΔΟΥΣΕ ακόμη και τις σκέψεις του για το θάνατο: «Αυτό το έρημο κορμί το τριγυρίζουν σκύλοι/ και “χόρτασες κι εσύ ψωμί” μου λεν εχθροί και φίλοι/ Ως φάσμα τρέχω της νυκτός/ μακράν του δρώντος κόσμου/ και όπου τάφος ανοικτός μου φαίνεται δικός μου..»

ΣΧΟΛΙΑΖΕ λαό και άρχοντες, ενώ  αυτοσαρκαζόταν με τρόπο μοναδικό: «Βρὲ ἴσκιε μου, γιατί μ᾿ ἀκολουθεῖς; Βρὲ ἴσκιε μου δὲ πᾶς νὰ μοῦ χαθεῖς…/ Σὲ ἀπαντῶ στὸ σπίτι καὶ στὸ δρόμο/ καὶ μοῦ γεννᾷς πολλὲς φορὲς τὸν τρόμο..» 

ΣΚΕΠΤΟΜΟΥΝ ότι αν ζούσα στην εποχή του ή εκείνος στη δική μου θα τον συναντούσα .

ΤΟΝ φανταζόμουν βυθισμένο στις σκέψεις του, κλειστό και μελαγχολικό να ζει σε μια Ελλάδα λουσμένη πολιτικά και κοινωνικά στην ομίχλη, οι άνθρωποι να είναι απελπισμένοι, και εκείνος σαν σύγχρονος  Αριστοφάνης να καυτηριάζει και να γελοιοποιεί την ξιπασιά, τη ρεμούλα….

ΠΑΝΩ ΤΟΥ να ακουμπά ο αδικημένος:  «Ο,τι καλό κι αν έχουμε επάνω σας ας μείνει / στα πρόσωπά μας ας χυθεί του μαρασμού το χρώμα / μ’ εμάς το ισοζύγιο του έθνους μας ας γίνει /φορολογήστε και αυτή τη σάρκα μας ακόμα / του σώματός μας κόβετε καμιά παχιά λωρίδα / και τρώγετέ την λαίμαργα μαζί με την πατρίδα…».

ΈΤΣΙ δέθηκα με αυτόν τον συμπατριώτη που ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει παπά  ή έμπορο, κι εκείνος που δεν έκανε για τίποτα από τα δυο, έγραφε κρυφά στίχους  με την αιχμηρή, γενναία και πνευματώδη του πένα.

ΈΤΣΙ  πορευτήκαμε μαζί διαβάζοντας την έμμετρη εβδομαδιαία σατιρική του εφημερίδα «Ο Ρωμηός» που την εξέδωσε σε ηλικία 30 ετών και κυκλοφόρησε μέχρι το θάνατο του (1853 Ερμούπολις-  1919 Νέο Φάληρο και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη).

ΓΙΑΤΙ δεν έχανα ευκαιρία όταν στην παρέα βάραινε η ατμόσφαιρα να πετώ – ανάλογα με την περίσταση- κάνα δίστιχό του  και να γελά το χείλη κάθε πικραμένου. «Μια κυρά την τρώει λύπη για τον άντρα της που λείπει/ Και της έλεγαν πολλές: Γιατί μόνη σου να κλαις,/ πούχεις μάγουλο σαν μήλο και δεν βρίσκεις κι έναν φίλο τον καημό σου να του λες: / Λύπη που μοιράζεται κάπως μετριάζεται/ Άκουσε και με το χρόνο/ βρήκε σύντροφο στον πόνο/ κι είχανε κι οι δυο τους λύπη/ για τον άνδρα της που λείπει».

ΕΙΝΑΙ αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια με το Καρναβάλι της Σύρου που φέρει το όνομά του (νονός ο Γιάννης Δεσύπρης) όπου ακούγονται οι σατρικοί στίχοι του από τον Γιώργο Μιχαλάκη ο οποίος τον υποδύεται θαυμάσια έγινε ευρύτερα γνωστός- πέρα από το γεγονός ότι η προτομή του κοσμεί τον όμορφο κήπο της Δημοτικής μας Βιβλιοθήκης αλλά και ο Θεατρικός Πολιτιστικός Σύλλογος «Γεώργιος Σουρής» επάξια ανταποκρίνεται στο πολιτιστικό γίγνεσθαι το τόπου.

ΟΤΑΝ ανακοινώθηκε ότι μεταφέρεται από την Αθήνα μέρος της  μουσικοαφηγηματικής παράστασης: «Σουρής ο σατιρικός, ο προφητικός» με αφορμή τα 100 χρόνια από το θάνατό του, η παρουσία μου στο θέατρο Απόλλων θεωρείτο δεδομένη.

 ΉΘΕΛΑ να ακούσω  στίχους του μελοποιημένους. Να νιώσω το κάτι άλλο που θα μου έδινε αυτή η αίσθηση.

 ΚΑΤΙ πρωτόγνωρο μετά από 100 και βάλε χρόνια όπου η ποίησή του  θα ακουγόταν  σε μια γλώσσα  μικτή (πολύ δημοτική, με  αρκετές λόγιες λέξεις και φράσεις, για τις ανάγκες του μέτρου ή της σάτιρας) που ανήκε στις αρχές  του 20ού αιώνα!

Η μνήμη μου ξεσκονίστηκε από την έντονη επιθυμία.

ΔΥΣΚΟΛΟ εγχείρημα αυτό που ο ερμηνευτής, μουσικοσυνθέτης  Πασχάλης Τόνιος τόλμησε και δε βγήκε ζημιωμένος.

ΑΚΟΥΜΠΗΣΕ στη διαχρονικότητα των στίχων του ποιητή, που όπως και ο ίδιος είπε, ο Σουρής υπήρξε προφητικός με τη σάτιρα του για μια Ελλάδα που δεν έχει κάνει από το 1800 μέχρι σήμερα ούτε ένα βήμα.

ΉΔΗ στα χρόνια της κρίσης στο διαδίκτυο οι στίχοι του γινόντουσαν viral: «Πρέπει να είναι οι πολλοί πτωχοί και πεινασμένοι/ και οι ολίγοι πάντοτε να βρίσκονται χορτάτοι/ Πρέπει να στέκουν οι πολλοί στα σπίτια των κλεισμένοι/ και οι ολίγοι να πηδούν επάνω στο παλάτι/ Πρέπει ο κόσμος ο πολύς να δέχεται τα βάρη/ κι ο λιγοστός επάνω του κανένα να μην πάρει/ Μ’ αυτόν τον νόμον έζησε ο κόσμος και θα ζήσει/ τη δύναμή του προσκυνά η κάθε κοινωνία/ Δεν ημπορεί καθένας μας βεβαίως να πλουτίσει/ γιατί του κόσμου έπειτα χαλά η αρμονία/ Φτώχεια και πλούτος – ζήτημα του καθενός αιώνος: Ιδού το τέλος κι η αρχή του φοβερού αγώνος.

Ο Πασχάλης Τόνιος έκανε μια επιλογή πολυποίκιλη με σκληρή δουλειά.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕ  τον σατιρικό, τρυφερό, ερωτικό Σουρή μελοποιώντας σε γνώριμες μουσικές μερικά από τα τόσα πολλά ποιήματά του..

ΚΙ ΕΓΩ που γνώριζα ορισμένους στίχους καθόλου δε δυσκολεύτηκα να σιγοτραγουδήσω πατώντας στους βατούς ρυθμούς.

Ο Γρηγόρης Βαλτινός έπαιξε σημαντικό ρόλο στην όλη παράσταση τόσο με την αφηγηματικότητα όσο και μα τις φωνητικές του ικανότητες.

ΕΞΙΣΟΥ σημαντικός και ο ρόλος του «δικού μας» Γιώργου Μιχαλάκη. Τραγούδησε, απήγγειλε και εισέπραξε δικαιολογημένα θερμό χειροκρότημα.

ΓΙΑ την ομάδα του Σουρή ουδόλως αμφιβάλλαμε για την επιτυχία. Γιάννης Δεσύπρης,  Γιώργος Βαρθαλίτης, Βιργινία Χαρμπάτση, Γιάννης Παλαιολόγος και το θέατρο σείστηκε από στιγμιότυπα γέλιου Φασουλή και Περικλέτου.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗ νότα το τρίο φωνητικό σύνολο Ειρήνη Χαρδαλή (αποκάλυψη;)  Κατερίνα Λειβαδάρα και  Σαντίνα Δεναξά.

ΑΝΤΑΞΙΟΙ όλοι τους στην ταχύτητα που απαιτείτο να μάθουν σε χρόνο d.t.

ΚΑΙ φυσικά πρωταγωνίστησε στη 5μελή ορχήστρα το βιολί του Κυριάκου Γκουβέντα.

ΉΤΑΝ μια γεμάτη βραδιά όπου οι συμμετέχοντες έκαναν τους θεατές να χειροκροτήσουν ζεστά γιατί θυμήθηκαν ή έμαθαν τον ποιητή ο οποίος προτάθηκε πέντε φορές  για το Νόμπελ Λογοτεχνίας με πρωτοβουλία της Βουλής.

ΕΚΕΙΝΟΝ που ύμνησε τη γενέτειρά του « Ὦ Σῦρος, εἰς τούς βράχους σου εἶδα τό φῶς τοῦ κόσμου/ ἐδῶ ἐγέννησαν κι’ ἐμέ τά σπλάγχνα τῆς μητρός μου/ διά νά σύρωμαι κι’ ἐγώ ‘στόν βόρβορον τῆς γῆς/ ως Ἕλλην, ὡς Μπερτόδουλος, κι’ ἱππότης ἐναγής. Ὦ Σῦρος, τρέξε σύσσωμος τόν Φασουλῆν νά ἴδης/ καί ἄν ἐπί τῶν βράχων σου καί τῶν ἀκτών τό πάλαι/ ἐρέμβασε κι’ ἐψείριασε ὁ μέγας Φερεκύδης/ μά τώρα τόν Τσιροπινά καί τούς Μπουρλῆδες ψάλλε..».

ΤΟ κοινό έγραψε τον εκπληκτικό επίλογο.

 ΌΡΘΙΟ στη θέση του χειροκροτούσε ρυθμικά χωρίς σταματημό .

ΣΕ ΜΙΑ πατρίδα που πολλοί ποιητές νομίζουν ότι έχουν φτερά και πετούν αλλά ποτέ δεν απογειώνονται ­ ούτε μας απογειώνουν, ένας Σουρής υπάρχει από το 1853 για να μας υπενθυμίζει τι σημαίνει ποιητική προφητικότητα και διαχρονικότητα.

ΕΝΙΩΣΑ ότι η γενέτειρά του, τον ποιητή που τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος και που χαρακτηρίζει απόλυτα την εποχή που ζούμε, αυτήν των χωρίς ήθος πολιτικών, των Καλοχαιρέτιδων και των ψευτοθόδωρων, λίγα έδωσε.

Αρκεί να σκεφτούμε ότι στη συνέντευξή του (σελ. 18) ο Γρηγόρης Βαλτινός λέει χαρακτηριστικά: «περιδιαβαίνοντας τους δρόμους ένιωθα φοβερή συγκίνηση και δέος που ο άνθρωπος που θα τιμούσαμε περπάτησε σε αυτούς».

ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΙ αυτό το χρόνο που μνημονεύει 100 χρόνια από το θάνατό του και άλλες εκδηλώσεις.  Τόσοι σύλλογοι! Τόσοι ειδήμονες! Τόσες Αρχές και μόνο μία εξ Αθηνών παράσταση;

ΔΕΝ έχω ιδέα αν θα ξαναγεννήσει ποτέ η Σύρος και η Ελλάδα ολόκληρη άλλον Σουρή που να έχει ικανότητα να Σουρή- ζει πολιτικούς και τραπεζίτες με αυτόν τον ευφυή τρόπο: «Εχθές που ήταν Πρωταπριλιά/, αποφασίσαν κι οι Τραπεζίτες, να μη φτωχαίνουν τον κόσμο πλια/ και ούτε να ‘χουν κρυφούς μεσίτες/ κι απ’ τα καλά των και τους παράδες να πάρουν μέρος κι οι φουκαράδες»…

Ο επίλογος ανήκει σε εκείνον :

«Σ’ αυτό τον κόσμο τον χαζό/ ας ημπορούσα να μη ζω/ μα…δίχως να πεθάνω».

Ειλικρινά υμέτερος,
Γεώργιος Σουρής