Μόνιμη – μικρή ενδεχομένως –  αλλά σταθερή αύξηση επισκέψεων  στη Σύρο βλέπει ο Διευθυντής του Βιομηχανικού Μουσείου Ερμούπολης Αχιλλέας Δημητρόπουλος, υπογραμμίζοντας ότι το Μουσείο τα τελευταία χρόνια εμφανίζει υψηλή  επισκεψιμότητα, ειδικά την περίοδο των σχολικών εκδρομών.

«Η υποστήριξη που έχει το Βιομηχανικό Μουσείο από τον ίδιο το Δήμο, από τον Σύλλογο των Φίλων του Μουσείου, όσο και τους πολλούς φίλους του, με  ή χωρίς εισαγωγικά, είναι η αιτία που είναι τόσο δημοφιλές», δηλώνει στο «Λ» ο κ Δημητρόπουλος και προσθέτει: «Από την πλευρά μας, εμείς φροντίζουμε να υπάρχει μια αξιοπρεπής και επιμελημένη παρουσίαση του χώρου και των εκθεμάτων. Το κυριότερο, ωστόσο, είναι ο επισκέπτης – ανάλογα με τον χώρο που προέρχεται και τα ενδιαφέροντά του –  να μένει ικανοποιημένος. Αυτό συνεπάγεται ότι αλλιώς θα μιλήσεις στα παιδιά, αλλιώς σε κάποια επαγγελματική ομάδα και αλλιώς δε ανθρώπους που δεν ξέρουν τίποτα».

Ο ίδιος φρονεί ότι η Σύρος χρόνο με το χρόνο γίνεται ολοένα και πιο γνωστή, σημειώνοντας ότι, αν και δεν γνωρίζει πως μεταφράζεται αυτό κοινωνικά και εμπορικά, από το 2009 που επανεγκαταστάθηκε στο νησί, βλέπει μια σταθερή άνοδο: «Θέλω να πιστεύω ότι συμβάλουμε κι εμείς όλοι, χωρίς εξαίρεση και διάκριση, αλλά και όλοι οι Συριανοί γι’ αυτό».

Κάνει σαφές ότι οι επισκέπτες του νησιού μένουν εντυπωσιασμένοι όχι μόνο από τα εκπληκτικά εκθέματα του Μουσείου αλλά και από την ίδια την Ερμούπολη και την Σύρο εν γένει: «Εκπλήσσονται. Όλοι… Και γιατί ψυχολογικά έχουν προετοιμαστεί ότι θα δουν θάλασσα και άσπρο και γαλανό, κι η Ερμούπολη δεν είναι κάτι τέτοιο. Μην ξεχνάμε ότι, από το Διάταγμα του Μεταξά που έκανε άσπρο – μπλε το Αιγαίο, μέχρι τότε τα σπίτια στη Σύρο ήταν βαμμένα στα χρώματα της ώχρας, ελαφρό ροζ και ανοικτό πράσινο, μοιάζοντας με πολλά -πολλά λουκούμια το ένα δίπλα στο άλλο».

Συνεχίζοντας, σημειώνει ότι έγιναν πολλά πράγματα και πολύ χρήμα κύλησε στο Βιομηχανικό Μουσείο την εποχή της «αστακομακαρονάδας», ξεκαθαρίζοντας ότι για να λειτουργήσει σωστά το δεν χρειάζεται τόσο το χρήμα, εκτός κι αν κάποιος έχει κατά νου κάθε χρόνο να κάνει εκπτώσεις και να υλοποιεί μεγαλεπήβολα σχέδια, όσο το μεράκι γι’ αυτό που επιτελούν κάποιο άνθρωποι.

Με αφορμή την έκθεση για το Νεώριο , θέτουμε το ερώτημα κατά πόσο η Σύρος μπορεί να επιβιώσει αποποιούμενη το βιομηχανικό της παρελθόν: «Ρωτήστε οποιονδήποτε έχει μεγαλύτερη πείρα από μένα στα θέματα τουρισμού», απαντά και συνεχίζει: «Θα σας πει ότι ο τουρισμός είναι κινούμενο έδαφος, είναι κινούμενη άμμος… Πιστεύω ότι το Νεώριο δεν έχει όμοιό του. Δεν είχε ποτέ στην εξασφάλιση την οικονομική της Σύρου… Ρωτήστε τους ανθρώπους που έζησαν και την περίοδο Ρεθύμνη και την περίοδο Γουλανδρή. Θα σας πουν ότι δεν βλέπουν, όσο και να σκεφτούν, κάποια άλλη λύση». Τονίζει δε, ότι η επίκληση ορισμένων περί προδιαγραφών και επιβάρυνσης του περιβάλλοντος εκ μέρους του Ναυπηγείου, αποτελούν ζητήματα που επιλύονται στην πορεία, δεδομένης μάλιστα της ισχύουσας αυστηρής νόρμας της Ε.Ε.

Τα εκθέματα της επικείμενης έκθεσης θα καταδεικνύουν, όπως λέει,  τη διαχρονική τεχνολογική εξέλιξη της Σύρου και την τεχνογνωσία των συριανών μηχανικών που αγαπούσαν με πάθος τις μηχανές και το αντικείμενο εργασίας τους: «Βλέπεις στη Σύρο το εξής, που εγώ τουλάχιστον δε το έχω δει πουθενά αλλού. Βλέπεις τα μάτια των ανθρώπων να γυαλίζουν στη θέαση μιας μηχανής. Για πιο λόγο; Αν τους ρωτήσεις θα σου απαντήσουν ότι αυτό είναι το πιο ωραίο πράγμα του κόσμου… τι γεννάει το μυαλό του ανθρώπου. Εγώ προσωπικά έχω εισπράξει πολλές φορές αυτή την απάντηση. Αυτό δείχνει ένα πάθος και μια εγγενή αδυναμία του συριανού κόσμου με τις μηχανές».

«Αυτό που έχει ανάγκη το μουσείο σήμερα είναι η υποστήριξη της Συριανής Κοινωνία, τονίζει σπεύδοντας να διευκρινίσει  τι ακριβώς εννοεί: «Το Βιομηχανικό Μουσείο δεν είχε στόχο ποτέ να απευθύνεται σε συγκεκριμένους ανθρώπους και τρόπο τινά να είναι ελιτίστικο… Αντίθετα θέλουμε ένα ίδρυμα που να είναι ανοικτό στην κοινωνία. Όπως περνάει ο παλιός συριανός να πάει στο καφενείο παρακάτω, να περνάει και από την ανοικτή μας πόρτα», λέει, υπογραμμίζοντας ότι, για να κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον της τοπικής κοινωνίας, υλοποιούν αδιαλείπτως περιοδικές εκθέσεις.

Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, μέσα στο Μουσείο υπάρχουν δύο δυναμικές. Είναι οι αίθουσες και τα εκθέματα  που αφορούν την κυρίως περίοδο ακμής της Σύρου, που είναι το 2ο μισό του 19ου αιώνα και οι αρχές του 20ου αιώνα, και από την άλλη το τμήμα με την μεταπολεμική  Σύρο, έως και τις αρχές του ’80.

Το τελευταίο, όπως διευκρινίζει, επειδή είναι πιο οικείο στους επισκέπτες, είναι αυτό που σαγηνεύει και περισσότερο: «Το καθημερινό κοινό στέκεται απέναντι στις μηχανές, στο αυτοκίνητο και ως ένα βαθμό στην Ναυτιλία. Ίσως, αν κάποτε γίνει ναυτικό μουσείο στη Σύρο, πράγμα που εγώ προσωπικά το εύχομαι, φαντάζομαι ότι θα είναι πολύ φορτωμένο με εκθέματα».

Καταλήγοντας, υπογραμμίζει ότι δεν γνωρίζουν οι συριανοί τη Σύρο και να μην βιάζονται να βγάζουν ορισμένοι συμπεράσματα: «Μην στοιχηματίζουν για την Ιστορία της και το Βιομηχανικό Μουσείο, γιατί θα υπάρχουν πάντα εκπλήξεις, και δεν θα είναι αυτές δυσάρεστες».