Η σιωπή κάθισε μεγαλόπρεπα στο μικρό θρόνο της.

ΤΟ λιόγερμα έδειχνε να συλλογάται.

Τ’ αστέρια άρχισαν το θρηνητικό τραγούδι.

ΤΑ πουλιά σμάρια τρομαγμένα πέταξαν για άλλους τόπους.

Ο αγέρας  μανιασμένος  τρύπωνε από τα ορθάνοιχτα παραθυρόφυλλα στη καρδιά μου.

ΚΑΙ ξαφνικά μετά από πάρα πολύ καιρό η εικόνα του με την αγάπη ξέχειλη ξεστράτισε σε μοναχικές ατραπούς…

ΉΤΑΝ μια σταλιά χώμα ανέγγιχτο λες από το χρόνο..

ΓΙΑ μια στιγμή μάλιστα απόλυτης ψευδαίσθησης νόμισα  ότι ήταν νωπό ενώ είχαν περάσει 32 χρόνια-…

ΗΤΑΝ αυτό που κρατούσε στη χούφτα του την ώρα που γύρω του έσβηνε το φως του κόσμου στην αγαπημένη του γειτονιά .

ΈΤΣΙ απλά. Με όνειρο ζωής από τα 7 του χρόνια που έφυγε διωγμένος βίαια από την πατρίδα του πήγε να προσκυνήσει τα χώματά της στα 77 του και όπως έσκυβε και το μάζευε φιλώντας το, η καρδιά του ράγισε.

ΤΟΝ συνάντησα μετά από δυο μέρες στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης καλωδιωμένο με τον Τούρκο γιατρό του από ελληνίδα μάνα να μου μιλά σε άψογα ελληνικά:

«ΜΗ στενοχωριέστε. Ήταν ένα καρδιακό επεισόδιο που προς το παρόν πέρασε.  Ελπίζω σύντομα να τον πάρετε και να πάτε Ελλάδα».

ΕΚΕΙΝΟΣ, μόλις με είδε στην πόρτα τού θαλάμου, άνοιξε με χαρά και απαντοχή τα όμορφα γαλανά του μάτια κι έτσι όπως ήταν ντυμένος με τις γαλάζιες πιζάμες του, νόμισα πως γέμισε το μικρό δωμάτιο ουρανό που ελεύθερα θα μας άφηνε να πετάξουμε.

«ΣΕ περίμενα! μου ψιθύρισε. Ήξερα πως θα ‘ρθεις!»

ΚΙ εγώ, για να μην αφήσω τον κόμπο στο λαιμό να γίνει δάκρυ του είπα αστειευόμενη. «Είχες δεν είχες μ’ έφερες στην Τουρκιά! αλλά ετοιμάσου. Φεύγουμε σύντομα».

Η μητέρα μου που στεκόταν παραδίπλα, μου έκανε νόημα να βγούμε στον διάδρομο τού νοσοκομείου.  «Ο γιατρός είπε ότι ξεπέρασε τον κίνδυνο και ότι σε μερικές μέρες θα φύγουμε. Πώς τον είδες εσύ;»

«ΜΙΑ χαρά μου φάνηκε», της είπα και της έκρυψα ότι πίσω από το βλέμμα του διέκρινα ότι είχε πάρει απόφαση να αφήσει εκεί, στη Σμύρνη , τον τόπο του, την τελευταία του πνοή.

ΣΤΙΣ μέρες που ακολούθησαν η ελπίδα του επαναπατρισμού μας μεγάλωνε.

ΠΗΓΑΙΝΕ ολοένα και καλύτερα.

ΕΠΙΣΚΕΦΤΗΚΑΜΕ με την μητέρα μου το σπίτι του γιατρού του και τη μητέρα του που είχε έλθει στη Σμύρνη με την ανταλλαγή πληθυσμών. Παντρεύτηκε Τούρκο κι έκανε εκεί οικογένεια.

ΏΣΠΟΥ ο γιατρός, μου είπε ένα πρωινό. «Είναι εντάξει. Μπορείτε να κανονίσετε το ταξίδι του. Μόνο μην ταλαιπωρηθεί».

«ΟΛΑ είναι έτοιμα μπαμπά, του είπα το βράδυ της προηγούμενης της αναχώρησής μας. «Αύριο πρωί σιγά σιγά φεύγουμε για Σύρο.. Το όνειρό σου να φιλήσεις τα χώματα της Σμύρνης έγινε πραγματικότητα αλλά με μια λαβωματιά στην καρδιά».

ΈΣΤΡΕΨΕ το βλέμμα του πάνω μου. Μου πήρε το χέρι και το έσπρωξε προς το στήθος του για να μου μιλήσει σιγά. «Καλά. Εντάξει… τα λέμε αύριο.. »

ΜΟΝΟ που πίστεψα φευγαλέα πως εκείνη τη στιγμή εννοούσε  ότι το αύριο δε θα υπάρξει. Το αύριο που μου έλεγε ήταν αποχαιρετισμός.

ΤΗΝ επομένη κατά τις 5 το πρωί χτύπησε η πόρτα του δωματίου τού ξενοδοχείου.

ΉΤΑΝ ο γιατρός του, που σοκαρισμένος μας ανήγγελλε ότι «ο κύριος Γιώργος πριν λίγο υπέστη νέο και θανατηφόρο έμφραγμα».

ΉΤΑΝ 29  Σεπτέμβρη του 1988 που ταξίδεψε με ένα νου φυγά, ξεστρατίζοντας και πάλι στο μεγάλο όνειρό του.

ΕΚΕΙΝΟ που φύλαγε 70 ολόκληρα χρόνια. Να δει τα άγια χώματα της Σμύρνης του… Τη γειτονιά του. ..Την εκκλησία που πήγαινε τις Κυριακές.

ΝΑ δει τον ήλιο που έδυε όταν δεμένος με ένα σκοινί στη μέση, ακολουθούσε τη μάνα του και από πίσω του ένα -ένα δεμένα τα  τρία αδέλφια του με την Άννα τη μικρότερη να την κρατά η μάνα στις φασκιές … να μη χαθούν στον καπνό, στη φωτιά στην οχλοβοή, όταν πατούσαν  πάνω στα πτώματα για να φτάσουν στα καράβια της προσφυγιάς.

ΈΦΥΓΕ  εκείνο το ξημέρωμα και πήραν οι μουσικές του καημού τους δρόμους και αντιλάλησαν στα βουνά και διέσχισαν θάλασσες.

ΚΑΙ ξετυλίχτηκε η ζωή του σε κινούμενες εικόνες, τέτοιου πόνου που ποτέ άνθρωπος δεν γνώρισε.

ΚΙ εγώ με τη μητέρα και τον γαμπρό μου ζήσαμε την οδύσσεια της μεταφοράς του στον δεύτερο τόπο που τον αγκάλιασε.

ΑΠΟ Σμύρνη- Τσεσμέ-  από Τσεσμέ- Χίο, από Χίο- Αθήνα και από Αθήνα – Σύρο.

ΝΑ τον θάψουμε κοντά μας στην Ερμούπολη, στο νεκροταφείο του  Άι Γιώργη που όποτε περνούσε απέξω έκανε το σταυρό του και έλεγε «σε καλή ώρα να ‘ρθω» .

ΈΣΕΡΝΑ σχεδόν την μαυροντυμένη μητέρα μου που θεωρούσε αδιανόητο να ταξιδέψει χωρίς μαντήλι κι έβλεπα από μακριά το φέρετρο να το μεταφέρουν σε αεροπλάνα και βαπόρια σαν εμπόρευμα…

ΚΑΙ τα μοιρολόγια που μιλούσαν για πείνα, θάνατο, προσφυγιά, απόγνωση και οδυρμό  στο λιμάνι της Σμύρνης γι’  αυτούς  που  προσπαθούσαν να μπουν στις βάρκες για να σωθούν  και τους έκοβαν τα χέρια ή τους χτυπούσαν στο κεφάλι.. έγιναν φυλαχτό  στο μπαούλο των θησαυρών του μαζί με τον υπέροχο χαρακτήρα του…

ΕΚΕΙ πάγωσε η εικόνα.

ΌΜΩΣ εγώ μόλις αντίκρισα από την πόρτα της σκάλας του  καραβιού στο  λιμάνι της Ερμούπολης  ένα  μαύρο  ποτάμι να μας περιμένει -τόσοι συγγενείς, τόσοι φίλοι, τόσοι συμπατριώτες του, τόσοι συνεργάτες του  μαυροντύθηκαν  για να  τον συνοδέψουν στο μικρό στερνό του καταφύγιο, απόλυτα εκστασιασμένοι με τον τρόπο θανάτου του-  ένιωσα την ανάσα του να με ζεσταίνει.

ΕΙΧΕ ελευθερωθεί από εκείνους τους μπόγους, τον όλεθρο, τους  ρακένδυτους από τη φωτιά και τη σφαγή που για πολλές δεκαετίες η τραγωδία τους ήταν καλυμμένη με σιωπή.

ΑΝΑΣΑΙΝΕ επιτέλους η σταυρωμένη του ψυχή.

ΈΒΛΕΠΕ από ψηλά πια τους γονείς και τους παππούδες του με τα αδέλφια του, τους θείους, τα ξαδέλφια, όλοι τους ντυμένοι κοσμοπολίτικα.

ΜΕ κοστούμια, παπιγιόν, γραβάτες και φορέματα, άσπρους φιόγκους στα μαλλιά, δαντέλες και κοσμήματα.

Μ’ ένα χαμόγελο πλατύ, λες και ήξεραν πως έπρεπε να αντέξουν στους αιώνες προσπαθώντας με το ζόρι να χωρέσουν στο πλάνο μιας ασπρόμαυρης  φωτογραφίας.

ΚΙ εγώ θυμάμαι τον πατέρα μου με μια καλοσύνη ανείπωτη να αγκαλιάζει όλο τον κόσμο.

ΝΑ ανοίγει κάθε βράδυ την πόρτα του μεγάλου σαλονιού μας και με σβηστό φως να λέει «Καληνύχτα» χωρίς να καταλαβαίνω ποιον καληνύχτιζε.

ΧΩΡΙΣ να μπορώ να εξηγήσω γιατί κάθε βράδυ πριν πάει για ύπνο άνοιγε εκείνη την πόρτα.

ΏΣΠΟΥ μια μέρα δεν άντεξα και τον ρώτησα κι εκείνος  αντί απάντησης άναψε το φως και μου έδειξε το μεγάλο στον τοίχο κάδρο με τους γονείς του.

ΟΥΤΕ μια μέρα δεν τους ξέχασε. Ούτε μια νύχτα δεν πέρασε που να μη τους πει «καλό ξημέρωμα».

ΜΟΝΟ ο Θεός ξέρει πόσες φορές προσπάθησα να ξεφύγω από τις εικόνες τού θανάτου του που με στοιχειώνουν μια ζωή  και να γράψω μόνο ως παιδί για τον πατέρα του.

ΈΤΣΙ όπως τον έζησα. Ως πατέρα στοργικό και με χιούμορ, ως άνθρωπο που τον φώναζαν «Αη Γιώργη», ως επιχειρηματία που στο όνομά του οι παραγιοί έπιναν νερό,  ως σύζυγο που λάτρευε τη γυναίκα του, ως αδελφό προστάτη, ως γιο συμπαραστάτη.

ΚΑΙ να τώρα. Έτσι πάλι ξεκίνησα. Για να αφιερώσω ένα μικρό κομμάτι ψυχής στον πατέρα μου.

ΝΑ περιγράψω τα παιδικά μου χρόνια, τα μαθητικά, τα νεανικά .

ΝΑ καταγράψω στιγμές οικογενειακές, στιγμές μαζί του, όταν μου διηγούταν ιστορίες μικρασιάτικες, όταν τραγουδούσε τραγούδια σμυρναίικα, όταν με κρατούσε από το χέρι γα να πάμε επίσκεψη στους πρόσφυγες παππούδες μου.

ΌΤΑΝ.. όταν .. όταν.. Κι όλα αυτά τα «όταν»  τα σκίασε τώρα το μικρό ασημοκαπνισμένο μικρό κουτάκι με το λίγο χώμα.

ΕΙΝΑΙ αυτό που κρατούσε στο χέρι του τότε στην αλησμόνητη πατρίδα του.

Η μητέρα μου, όταν εκείνος έπεσε καταγής κι άρχισε να κυλάει από τη χούφτα του, μάζεψε όσο είχε απομείνει και το τύλιξε σε ένα χαρτομάντιλο.

ΤΟ φύλαξε σαν άγιο δισκοπότηρο κι όταν 5 χρόνια μετά το θάνατό του κατάλαβε ότι θα πήγαινε να τον συναντήσει το έδωσε στην αδελφή μου την Ευφροσύνη.

32 χρόνια φυλαγμένο το χώμα σε ένα μικρό γυάλινο μπουκαλάκι , ώσπου τις ημέρες των Χριστουγέννων η αδελφή μου, μου λέει: «Μεγάλωσα κι εγώ. Το χώμα που κρατούσε ο μπαμπάς στη χούφτα του πρέπει πια να το πάμε στο φυσικό του χώρο. Εκεί που είναι και η φωτογραφία του. Στην Στέγη μας.»

ΠΑΝΕ 25 περίπου ημέρες που το χώμα αυτό βρίσκεται στη «Στέγη Μικρασιατικής Μνήμης» στην Ερμούπολη.

ΕΙΝΑΙ εκεί για να θυμίζει τη μοναδικά σπάνια ιστορία του πατέρα μου και τη δύναμη της αγάπης για την γενέτειρα.

ΕΙΝΑΙ  εκεί, άγιο φυλαχτό και δυνατό πρόφραγμα ασάλευτο στους αιώνες «αεί».

ΕΙΝΑΙ εκεί έτσι ώστε όταν κι εμείς φύγουμε από τον μάταιο τούτο κόσμο να διατηρηθεί η μνήμη του στο εικονοστάσι της ψυχής….

ΕΚΕΙ όπου όλες οι μικρασιατικές γενιές τοποθέτησαν τους αγαπημένους των πεφιλημένων τόπων τους.