Ένα εξαιρετικά πρωτότυπο έργο, υπό τον τίτλο «Χαµαι-Λεονταρισµοί και µεταµφιέσεις», υπογράφει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Αντώνης Πρέκας, μέσω της  Εκδοτικής Αθηνών.

Μέσα από το νέο του βιβλίο  προσεγγίζει 18 ποιήματα-τραγούδια γραµµένα µε τον τρόπο γνωστών ποιητών, από τον Βρεττάκο και τον Καρυωτάκη µέχρι τον Γκάτσο και τους ρεµπέτες και από τον Ελύτη και τον Καρούζο µέχρι τα συνθήµατα στους τοίχους της πόλης. Τα ποιήµατα συνοδεύουν ισάριθµα καλλιγραφήµατα, σχέδια και µορφές που είναι απολύτως συνυφασµένα µε τα ποιήµατα.

Τελικός στόχος του είναι  να «αναδυθούν», ως κάποιο είδος «παυσίφοβου» για το αγωνιώδες της Ύπαρξης, οι εξαίσιοι ήχοι και οι αέναες διαδροµές της Ελληνικής γλώσσας, η οποία εξακολουθεί να γοητεύει περιδιαβαίνουσα του κόσµου τις «άκρο- λαλιές» και να παραµένει ζώσα στην διαχρονική καθηµερινότητά µας.

Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο «Λ» με τον κ. Πρέκα,  ο δημοφιλής συριανός δημοσιογράφος ανάφερε τα εξής: «Υπό τον τίτλο «ΧΑΜΑΙ- ΛΕΟΝΤΑΡΙΣΜΟΙ και µεταµφιέσεις» και υπότιτλο «Στιχουργικά καλλιγραφήµατα και απόπειρες µίµησης Ποιητικών πράξεων σπουδαίων», θέλησα να ξεκαθαρίσω από την «βιτρίνα» της προκείµενης συλλογής, όχι µόνο την ταυτότητα των προθέσεών µου, αλλά και την γονιδιακή καταγωγή των «εκθεµάτων» της.

Καταρχήν, η αγωνία μου ήτανε να βρω την υπόσταση στον λόγο τον ελληνικό, στη γλώσσα μας. Δηλαδή, από μικρό παιδί ήθελα να ξέρω γιατί χρησιμοποιούμε την κάθε λέξη. Για παράδειγμα, η λέξη» θάλασσα». Χρησιμοποιούμε το «θ» για τον βυθό, το «λ» για το αλμυρό και το υγρό, τα τρία «α» για την απεραντοσύνη και τα δύο «σσ» που σου δίνουν την αίσθηση του φλοίσβου, του απαλού.

Το ένα στοιχείο, λοιπόν, ήταν να μπω σε μια διαδικασία να βρω τις «πηγές της ελληνικής γλώσσας», οι λέξεις της οποίας  παραμένουν ζωντανές στις ακρο-λαλιές του κόσμου καθώς όλες οι ξένες γλώσσες είναι μπολιασμένες και έχουν στοιχεία από ελληνικές λέξεις.

Η μόνη εννοιολογική γλώσσα, αυτή που  μπορεί και δίνει τις αποχρώσες των εννοιών και των πραγμάτων, είναι η ελληνική. Ας πάρουμε για παράδειγμα την λέξη άγαλμα στα ελληνικά, η οποία στα λατινικά συνήθως μεταφράζεται ως γλυπτό.

Για μας, λοιπόν, στο άγαλμα εμπεριέχεται η έννοια της αγαλλίασης, η οποία μέσα της ενέχει την έννοια της ίασης. Οπότε, μιλάμε για ένα πράγμα που δεν είναι μόνο όμορφο, αλλά μας  γιατρεύει και την καρδιά.

Αυτό που ήθελα, λοιπόν, να εκφράσω είναι η διαχρονικότητα της γλώσσας μας που πηγάζει από τις ωδές του Ομήρου και φτάνει μέχρι τα αυτοσχέδια συνθήματα στους τοίχους.

Το ένα είναι αυτό. Το άλλο είναι ότι επειδή έχει αυτή την ιδιαιτερότητα η ελληνική γλώσσα, δηλαδή να είναι εννοιολογική, είναι και η μόνη μέσα από την οποία μπορείς να εκφράσεις την αγωνία της τραγωδίας της ύπαρξης.

Υπό αυτή την έννοια, λειτουργώ ως γραφιάς «χαμελαίων» και δημιουργώ ένα παιχνίδι παραλλαγής. «Μπαίνω μέσα»  στο ύφος ποιητών, όπως η Δημουλά, ο Ελύτης, ο Καρούζος, ο Κατσαρός, στίχους από το Ρεμπέτικο, και χρησιμοποιώ διάφορα εργαλεία, για να δημιουργήσω ένα  παιχνίδι κρυμμένου θησαυρού με λέξεις  κλειδιά και εικόνες γρίφους. Χρησιμοποιώ, λοιπόν,  την μεσαιωνική τεχνοτροπία των καλλιγραφημάτων ή καλλιγραμμάτων, την τεχνική που επανέφερε στο λογοτεχνικό προσκήνιο ο Απωλλιναίρ στις αρχές του 20ου αιώνα, δημιουργώντας εικόνες μέσα από τα γράμματα.

Επί της ουσίας, προσπάθησα  να προσεγγίσω το νομοτελειακά αναπόδραστο του θνητού μας βίου όσο πλησιέστερα μπορούσα, σύμφωνα με τον ορισμό του Αριστοτέλη για την τραγωδία, που προϋποθέτει «ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδὼν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι’ ἀπαγγελίας». Δηλαδή, λόγο «γλυκό» (ή κατά κυριολεξία «διανθισμένο») και σπονδυλωτά μέρη , ποικίλα ως προς την  φόρμα τους, τα οποία μόνο αν παριστάνονται ενεργά και δεν απαγγέλλονται (μόνο) η «μίμησις» της «πράξεως», καθίσταται «σπουδαία και τελεία». Πάει να πει, σημαντική και ολοκληρωμένη», κατέληξε ο κ. Πρέκας.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η  σύνθεση του εξωφύλλου και η εικαστική προσαρµογή των εσωτερικών εικόνων ανήκει στην Κατερίνα Πρέκα.