Το δέκατο τέταρτο κεφάλαιο του Λογοτεχνήματος της Μαρίας Κρόντη

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ  ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Κεφάλαιο δέκατο τέταρτο

«Πες μου τ’ αληθινά σου»

Κορίτσια θα πούμε; Ελάτε να πούμε! Φιλοσοφική συζήτηση! Γουστάρω πολύ! Ακούω… Ελένη, μιλάς πρώτη! Την κοιτούσαν όλο σκέψη. Είπαν να μην της χαλάσουν το χατίρι. Ο “χείμαρρος” Νανώ, τις κατέκλυσε. Θα πω, είπε η Ελένη. Ωραία συζήτηση ξεκίνησες Νανώ, χαμογέλασαν, πράγματι φιλοσοφική! Άμα έχουμε θεατρίνα στην παρέα… τι άλλο θέλουμε!

Λοιπόν, από τη ζωή μου είμαι ευχαριστημένη. Ήμουν και είμαι ελεύθερη! Δεν συμβιβάστηκα. Ήμουν ο εαυτός μου! Με θέλανε οι άντρες, άλλα δεν τους ήθελα εγώ. Κανείς δεν ήταν εκείνος (!). Δεν μ’ άρεσε να είμαι «δήθεν»… Υποφέρω να είμαι «κάπως» να μην είμαι ειλικρινής, να μην λέω αυτό που μ’ ενοχλεί – έστω διακριτικά- τη γνώμη μου. Τα γιατρικά μου τα έχω βρει.  Φύση, κιθάρα, διάβασμα, γράψιμο! Ο κόσμος μας είναι υποκριτικός, συμφωνώ με τη Νανώ. Δεν αντέχω να ζω σ’ αυτόν τον ψεύτικο κόσμο και να υποκρίνομαι. Αληθινά πράγματα χρειάζομαι για να ζω. Τα βρίσκω. Η θάλασσα, η μουσική, αληθινά είναι! Εξαγνίζουν. Νουθετούν. Σε κάνουν να μπορείς να σιωπάς, να μπορείς να ακούς. Να μην αγνοείς τον εαυτό σου, να μην τον ξεχνάς και να «ζεις» σαν να μην υπάρχει. Ακούω και παίζω ρεμπέτικα. Αληθινά τραγούδια. Βγαλμένα από τη ζωή πονεμένων, περιθωριοποιημένων. Έζησαν δύσκολα χρόνια. Ήξεραν όμως να ζήσουν τη ζωή! Ναι, νομίζω, κατάφερα να είμαι ο εαυτός μου, αυτοπροσώπως! Είμαι, όπως πραγματικά είμαι. Το  «Ελενάκι το ζηλευτό» (! ). Ξέσπασαν σε γέλια και χειροκροτήματα. Δεν την είχαν διακόψει. Όλες άκουγαν με προσοχή. Τις ευχαριστούσε μ’ ένα βλέμμα σαν να έλεγε… πόσο ωραίο είναι ν’ ακούς. Αν μπορείς ν’ ακούς, ακούς πρώτα τον εαυτό σου, έχεις μάθει ν’ ακούς γι’ αυτό και μπορείς  ν’ ακούσεις τον άλλο.

Ο ιδιοκτήτης του απομονωμένου «καφέ» χαμογέλασε κρυφά, περνώντας από δίπλα τους. Ήταν ήσυχο το μέρος που βρισκόταν το τραπέζι τους. Ωραία τζαζ μουσική ακουγόταν από μέσα. Σκορπιζόταν στον αέρα της πλατείας, τις έκανε να χαλαρώσουν ακόμα πιο πολύ, να νιώσουν  το πόσο η στιγμή της συνάντησης τους, μετά από τριάντα χρόνια, ήταν μοναδική!

Μοιάζουμε με την Ελένη… είμαι ελεύθερη, αλήτισσα καρδιά (! ) πήρε το λόγο η Λαμπρινή. Μ’ αρέσει να φεύγω από κει που πονώ. Αγαπάω τον άνθρωπο που ζω μαζί του, κι ας μη με βοηθάει να αναπνεύσω. Αν μ’ αγαπάει θα μου πείτε, θα το καταλάβει και θα μου αφήσει χώρο.  Ακόμα αντέχω. Του δίνω ευκαιρίες. Πολλές φορές όμως πνίγομαι, παλεύω με την ανάσα μου. Πώς καταντήσαμε έτσι τη ζωή μας… Δεν υποκρίνομαι. Έκανα «απαγορευμένα» πράγματα. Ερωτεύτηκα. Το κυνήγησα. Το έχασα. Το ξεπέρασα επειδή το έζησα, όσο το έζησα. Άφησα τον εαυτό μου να το ζήσει. Είπα ψέματα. Έκρυψα την αλήθεια. Να φύγω, ν’ ανασάνω, να ξαναγυρίσω ήθελα. Πνιγόμουν. Γύρισα! Δεν ξέρω πόσο θα μείνω στη ζωή μου αυτή. Κουράστηκα. Έτσι είναι η αγάπη, έχει και κούραση. Βρίσκει όμως τρόπους. Εκεί που δεν υπάρχει… βρίσκει φως. Την κοιτούσαν μ’ ανοιχτό στόμα. Συνεχίζω, υπάρχω. Ήμουν και είμαι ο εαυτός μου. Παλεύω μαζί του. Δεν τον αγνοώ. Δεν μπορώ να του αρνηθώ να τον ακούω. Δεν είναι εύκολο ν’ αλλάξει αυτό που νιώθω. Το αφήνω. Να το νιώσω. Να βγει από μέσα μου. Να πετάξει. Να ησυχάσω. Να λυτρωθώ. Τώρα, έχω λίγη ησυχία. Δεν την έχω βρει όμως ολόκληρη. Παλεύω με τη στενοχώρια μου. Η απαισιοδοξία του μου γεννά φόβο. Ο φόβος, γεννά άλλους φόβους. Με γεμίζει φόβους. Τους νικώ όμως όταν ζω. Δεν αρνούμαι στον εαυτό μου να ζω. Ζω έτσι όπως θέλω να ζω. Λέω ναι στη ζωή! Λέω ναι σ’ όποιον μου απλώνει το χέρι. Κανείς δεν είπε τίποτε. Μόνο η Νανώ ψιθύρισε για να μη τρομάξει τη σιωπή που είχε απλωθεί. Κοριτσάκι μου, ξέρεις να ζεις, ξέρεις ν’ αγαπάς…

Να πάρω το λόγο, είπε σκεφτική η Κατερίνα. Οι εξομολογήσεις δυνάμωναν μ’ έναν τρόπο ειλικρινή. Μη λυπηθείτε άλλα εγώ δεν είμαι ευχαριστημένη από τη ζωή μου. Ο εαυτός μου, είμαι, όμως. Χρειάζομαι αισιοδοξία, χαμόγελο όπως όλες. Εμένα μου λείπει ο «καλός λόγος», η ανθρωπιά, η τρυφερότητα, η φροντίδα. Βαρέθηκα μόνο εγώ να φροντίζω. Τα παιδιά μου, τον άντρα μου. Τι είδους φροντίδα όμως ζητάω;  Να σας πω… τι μου λείπει… η ήρεμη συζήτηση! Ο σεβασμός, η υπομονή του άλλου. Δεν μπορώ να υποστώ, την τσαντίλα, την αγανάχτηση. Να με ακούει θέλω.  Έστω και αν δεν συμφωνεί μαζί μου. Να με νιώθει. Όχι να μου δίνει πόνο. Όχι άλλο πόνο… Θέλω να με προσέχουν. Προσπαθώ κι εγώ να ακούω προσεκτικά τους άλλους με υπομονή. Δίνω την απόλυτη προσοχή μου. Σκέφτομαι. Τη χρειάζομαι κι εγώ, την ποθώ αυτή την προσοχή. Τη λατρεύω. Μου δίνει δύναμη, ύπαρξη, σκοπό. «Σημαίνω» κάτι για τον άλλο άνθρωπο. Έτσι θα το καταλάβω. Να με κοιτάει στα μάτια! Να με σκέφτεται! Να με ακούει προσεκτικά χωρίς να ταξιδεύει αλλού. Να μην είμαι «δεδομένη (!). Να είμαι υπολογίσιμη. Ν’ ακούω τη φωνή του ήρεμη, ζεστή, ήσυχη. Δεν είμαι ευχαριστημένη από τη ζωή μου. Ο Γεράσιμος με απομακρύνει συνέχεια από κοντά του. Προσπαθώ να του δώσω να καταλάβει ότι δεν οδηγεί πουθενά ο θυμός, τα νεύρα. Δεν αντέχει. Δεν ξέρω αν θ’ αντέξει. Δεν ξέρω αν θ’ αντέξω κι εγώ. Πόσο θ’ αντέξω…

Η Ελένη την άφησε να τελειώσει και είπε, όλοι κάτι πρέπει ν’ αντέξουμε.  Άλλος τη μοναξιά. Άλλος το διαφορετικό χαρακτήρα του συντρόφου του. Έτσι είναι η ζωή, Κατερινάκι. Μην το βάζεις κάτω… Μόνες μας είμαστε! Τίποτα δεν είναι εύκολο.  Ώρες- ώρες θέλω να φύγω, να μην ξαναγυρίσω είπε πικρά η Κατερίνα. Δεν θα φύγεις. Θα μείνεις αν τον αγαπάς. Θα προσπαθήσει κι εκείνος, θα δεις, θα καταλάβει, αν σ’ αγαπάει.  Θα δεις που όλα θα φτιάξουν, την παρηγόρησε κι η Λαμπρινή. Κι εμένα η ζωή μου είναι ανυπόφορη, αλλά, ο Σοφοκλής προσπαθεί. Δεν μ’ έχει βάλει τελείως «στην άκρη».  Μοιράζεται πράγματα μαζί μου. «Κάνουμε παρέα», δεν είμαστε απομακρυσμένοι όπως πολλά ζευγάρια που δεν έχουν κανένα κοινό ενδιαφέρον, δεν λένε κουβέντα. Μας αρέσουν αρκετά «ίδια» πράγματα. Ίσως αυτό να μας σώζει. Τουλάχιστον  μου αφιερώνει μέρος από το χρόνο του. Δεν τον ξοδεύει μόνο στα «δικά του»

Είμαι ο εαυτός μου συνέχισε η Κατερίνα, για να απαντήσω στο ερώτημα της Νανώς. Μ΄ αρέσει να ζωγραφίζω, να τραγουδάω, να χορεύω. Τ’ αγαπάω αυτά που κάνω. Προχωρούν τα μαθήματα,πάω καλά.

Η σειρά μου; Είπε η Κλειώ. Βρήκα το νόημα της ζωής στα παιδιά μου. Τον έρωτα  δεν τον έζησα. Κάποτε μου « προσφέρθηκε». Αδιαφόρησα. Τι περίεργη ηλικία… Τον αγνόησα- κι εκείνος μια φορά μου δόθηκε. Της χαμογέλασαν. Όλες σκέφτονταν τον «καημό» του Όθωνα για την Κλειώ. Σαν δεν θέλουν κι οι δύο, πάει χαμένος ο έρωτας του ενός, σκέφτονταν, ή και του άλλου; Η Ελένη της είπε πόσο τη σκεφτόταν όταν έμαθε τα προβλήματα του άντρα της. Πώς δύσκολα πέρασε, τι ατυχία ήταν αυτή που την είχε βρει. Μεγάλη και φοβερή της απάντησε η Κλειώ, κι είχα πει όχι σ’ εκείνον. Ξέχασα μετά ότι είμαι άνθρωπος, ότι είμαι γυναίκα. Δεν ήμουν ο εαυτός μου. Σπίτι- δουλειά- δουλειά- σπίτι, όλη μου η ζωή. Και… κλινική. Να συμπαραστέκομαι σ’ εκείνον, όσο ακόμα μπορούσα να συνεννοηθώ. Δεν την έζησα τη ζωή μου. Μόνο τα παιδιά. Αυτά ήταν όλη μου η ζωή. Κλειώ, πρέπει να μιλήσεις στον Όθωνά, είπε η Ελένη. Να κάνεις αυτό που έκανε εκείνος τότε, κι εσύ τον αγνόησες. Θα έρθει, μου τηλεφώνησε. Κάτι πρέπει να γίνει μ’ εσάς τους δύο. Αυτό που δεν έγινε τότε… ποτέ δεν είναι αργά. Δεν βαριέσαι Ελένη. Ήταν γραφτό, της είπε λυπημένη. Εγώ καθόρισα την τύχη μου με τις αποφάσεις μου. Εγώ φταίω. Δεν ήξερες. Δε φταις. Έγινε. Δεν τον λογάριασα τότε που εκείνος έλιωνε για μένα. Δεν τον υπολόγισα. Δεν με εντυπωσίασε. Είχα πάρει «ψηλά τον αμανέ», τι τα θες… Πώς γίνεται να την ξαναζήσω τη ζωή που δεν έζησα; Κλειώ, ποτέ δεν είναι αργά να ζήσουμε.  Ίσως έχεις δίκιο. Εκείνος σ’ αγαπάει ακόμα. Τον σκεφτόμουν κι εγώ. Αυτό είναι. Θα του μιλήσεις. Μη τυχόν και δεν του μιλήσεις, είπαν όλες, άκου επιτέλους την καρδιά σου κι ας είναι μετανοιωμένη. Κορίτσια, ζήστε την κάθε μέρα σας, σαν να είναι η τελευταία (!) άλλη μισή ζωή μας έμεινε, δεν έχουμε πολύ χρόνο για λάθη κι αναβολές, αρκετά κάναμε ως τώρα, κι αρκετά αναβάλαμε.

Ο άνθρωπος είναι το σπουδαιότερο πράγμα, κι αυτό που νιώθει. Nα είναι  αληθινό, είπε η Ερασμία που δεν είχε μιλήσει ως τότε. Η πορεία της ζωής, πολύτιμη. Κι εγώ μέσα από τη δυστυχία μου, μέσα στη συντριβή μου, βρήκα ένα χέρι να κρατηθώ. Ο άντρας μου με εγκατέλειψε μετά το θάνατο του παιδιού μου. Δεν μπορούσε να κουβαλήσει τον πόνο μου. Είχε και τον δικό του. Ο Ιάκωβος  μου φέρθηκε ανθρώπινα. Με περίμενε. Με άκουσε. Κλειώ, ο Όθωνας ήταν για σένα. Σ’ αγαπούσε. Φωτιζόταν το πρόσωπό του όταν σε κοιτούσε! Τότε δεν μπόρεσες να καταλάβεις. Ήσουν ένα παιδί. Ένιωθες παντοδύναμη. Η αθώα αγάπη του δεν σου έλεγε και πολλά. Τη θεωρούσες αδυναμία του χαρακτήρα του. Δεν τη βλέπουμε την αγάπη όταν μας δίνεται… Τότε ήθελες να πετάξεις, να είναι δική σου επιλογή η αγάπη σου. Έτσι είναι ο έρωτας. Μας προσφέρεται και τον αρνούμαστε. Τον διαλέγουμε και μας βγαίνει σκάρτος. Τη θέλουμε την αντιπαλότητα αυτή, τη δυσκολία, το βάσανο. Η Ελένη την κοιτούσε στα μάτια. Η Κλειώ δάκρυσε. Ναι, έτσι είναι. Όσο την κυνηγάς την αγάπη, όσο τη ζητάς, τη θέλεις. Όταν σου λείψει την εκτιμάς. Έτσι δεν έβλεπα κι εγώ τότε… Σαν να με τιμώρησε η ζωή για την αλαζονεία μου εκείνη, να μην τη δω. Να την αγνοήσω. Την αγάπη όμως δεν την αγνοείς… «παραμένεις άνθρωπος», φέρεσαι καλά, μιλάς, εξηγείς, σέβεσαι… όμως, δεν την αγνοείς! Όπως έκανα εγώ… παραδέχτηκε η Κλειώ. Η νιότη έχει έπαρση, νομίζει ότι γνωρίζει. Δεν γνωρίζει όμως. Κι ύστερα η αγάπη εκδικείται. Εκείνη που αγνοήθηκε… ίσως ζητάει πίσω αυτό που της ανήκε. Την αλήθεια της, την αθωότητα της. Δεν υπάρχει τίποτα πιο βάρβαρο στον άνθρωπο από το να αγνοεί τον πόνο του άλλου.

Η Κυριακούλα ήταν η πιο σιωπηλή απ’ όλες. Άκουγε ήρεμα και χαμογελούσε. Συνειδητοποιημένη η Ικαριώτισσα! Να πω κι εγώ; Είμαι ευχαριστημένη από την ως τώρα ζωή μου, ήμουν ο εαυτός μου γι’ αυτό και διάλεξα να ασχοληθώ με τη γλυπτική και τη ζωγραφική. Εκεί  «με βρήκα», εκεί βρήκα την αλήθεια μου. Αυτό με ηρεμούσε. Δεν γεννήθηκα να κάνω τίποτα άλλο, κι ευτυχώς το ήξερα από την αρχή. Δεν είναι ότι δεν αγωνίστηκα. Για ένα φτωχόπαιδο σαν κι εμένα δεν ήταν τίποτα εύκολο. Δούλευα και σπούδαζα. Στην Ικαρία γνώρισα τον «Ικαριώτη» μου που ποτέ δεν με πρόδωσε. Η Νανώ καθόταν δίπλα της και της χάιδευε τα μεταξένια μαλλιά της.

Πάμε σιγά-σιγά να τους βρούμε; Συμπέρασμα. Στην παρέα έχουμε τρεις ανεκπλήρωτους έρωτες… είμαστε και ήμασταν όλες ο εαυτός μας. Δεν ήμασταν θεατρίνες στη ζωή, ούτε στο θέατρο, εκτός από μένα που ενώ δεν ήμουν θεατρίνα στη ζωή, έγινα στο θέατρο. Ε, ζήλεψα τους θεατρίνους και είπα κι εγώ, να γίνομαι λίγο που και που, για να τους δείχνω πόσο θεατρίνοι είναι εκείνοι! Να τους μπω στο μάτι, να μη νομίζουνε ότι τρώω κανένα «κουτόχορτο» ή περνάω «τα φύκια για μεταξωτές κορδέλες». Γι αυτό σας αγαπώ γιατί ήσασταν και είστε ο εαυτός σας! Και σ’ όποιον αρέσουμε… (!). Επιτρέψτε μου τώρα να πω κάτι. Επειδή στην παρέα έχουμε τρεις τουλάχιστον, ανεκπλήρωτους έρωτες, ή δεν ξέρω πόσοι άλλοι θα προκύψουν, να σπεύσουμε να βρούμε τους συμμαθητές… Τα καρδιοχτύπια να αρχίσουν παρακαλώ, οι ματιές με νόημα…  Πήγε μία, κι έχω και μια πείνα που δεν σας βλέπω. Σας αγαπώ πολύ-πολύ όλες. Είμαι τρελλή  όπως ήμουν πάντα. Και πιο τρελλή! Αφήστε με, έτσι να είμαι. Κι αφήστε τον εαυτό σας ελεύθερο, να το ζήσουμε όλο αυτό. Οι στιγμές δεν επαναλαμβάνονται ιδίως γι’ αυτούς με τον ανεκπλήρωτο έρωτα. Ξέρετε πολύ καλά ποιοι είναι. Νούμερο ένα η αφεντιά μου. Νούμερο δύο η «σκληρή» Κλειώ. Νούμερο τρία, δεν σας το μαρτυράω, θα το ανακαλύψετε μόνες σας… αν δεν το έχετε ήδη ανακαλύψει. Ξέρω ότι μια ψυχή εδώ μέσα, καιγόταν για μια άλλη ψυχή και δεν το είπε ποτέ. Σήμερα όμως να το πει… ότι κι αν γίνει, έτσι απλά, να το πει, να ξαλαφρώσει… Η Ελένη χαμογέλασε…

 

Ερμούπολη, 17-03-2018                                       Μαρία Π.Κ