Ο χρόνος, νιούτσικο παιδί στα πρώτα βήματα του!

Ακολουθώ ξοπίσω του με τις ελπίδες μου θαμπές·

να τον νοιαστώ μπορεί, καθώς χαρούμενα μου γνέφει·

μικρό παιδί, μην ταραχτεί απ΄ του φορτίου το βαρύ ζαλίκι

και πει πως δύσκολος του φαίνεται ο κόσμος τούτος

κι ώρες που κυλούν αφόρητες του μοιάσουν ξαφνικά.

 

Από φόβο…

εκείνοι που στη γέννα του  λαμπρή αυγή τον είδαν,

τρέμουν μην λάχει απότομα και ρίξει μπόι και θεριέψει

και δεν χωρεί σε κολυμπήθρα διαβασμένη με γλυκό τραγούδι

ούτε σε φώτα γιορτινά θα χαριστεί λευκός σαν περιστέρι,

μον΄ με το αίμα  που στις φλέβες του κορμιού του τρέχει

δώσει μονάχος του πικρό το όνομα του, κι άπονο για κείνους.

 

Κάθε αρχή είναι γλυκιά,

καθώς  του πόνου δεν την μόλεψε ακόμη το φαρμάκι,

ούτε τα δάκρυα τ΄ αλμυρά, σαν το σαράκι, δεν την έσκαψαν κρυφά·

κ΄ είναι κατάσπαρτη μ΄ αστέρια φωτεινά και με φεγγάρια ολόγιομα·

μια προσευχή είναι, όπου συλλάβισε ο πιστός στ΄ αυτί τ΄ αγγέλου του·

μια παντοχή στο δάκρυ που ΄χυσε (ξάγρυπνος ικέτης σε μικρό ναό),

ξόρκι σε βλέμμα βάσκανο…κακό σημάδι στα καινούρια όνειρα του.

 

Το ταξίδι…του ναυτικού είναι επάγγελμα,

μα είναι και του πελάου μοίρα.

Κι εσύ που τώρα ξεκινάς, τους ποιητές δεν διάβασες ποτέ σου

να σου μηνούν για τα στοιχειά και το θυμό τ΄ αφέντη Ποσειδώνα;

Έτσι αθώος κι άμυαλος,

στη γέφυρα κρατάς τιμόνι και προστάζεις

και διαφεντεύεις τις ζωές μας πουν θνητές κι αλί το ξέρουν,

μ΄ άλλο δεν έχει από το μπάρκο να γευτούν… κι ας μην το ξέρουν!

 

Ανδρέας  Ρίζος