Αφιερωμένο στους αναγνώστες. Καλή, αναγνωστική και δημιουργική χρονιά!

Ποιο είναι το δυνατό θέμα; Τι είναι η λογοτεχνία;  Πώς γεννιέται;  Τι είναι έμπνευση;  Πότε έρχεται; Το βίωμα είναι πηγή έμπνευσης; Νιώθεις «λογοτεχνικά» για να γράψεις λογοτεχνία; Είναι μόνο θέμα τεχνικής, ταλέντου ή και των δύο ή είναι μια διαδοχική εξέλιξη συναισθημάτων και σκέψεων; Αυτά είναι μερικά ερωτήματα που βασανίζουν συνέχεια, το μυαλό μου. Κάποιες φορές όταν γράφω… τα πιο όμορφα γεννιούνται απ’ το τίποτε! Δεν είναι η πλοκή το ζητούμενο, ούτε το ατού της γραφής. Να γεννηθεί η φαντασία; Πώς; Πώς μπορεί να γράψει κάποιος για κάτι που δεν το νιώθει, που δεν το έχει ζήσει ο ίδιος, ή δεν τον απασχολεί πάρα πολύ; Γράφει τότε ή απλώς γεμίζει με λέξεις ένα χαρτί; Δεν μπορώ να γράψω χωρίς να έχω νιώσει πρώτα. Δεν γράφω για να γράφω. Αν φανταστώ πώς θα μπορούσα να νιώσω… ίσως τότε να έγραφα.  Αν πλησίαζα  με τη φαντασία μου τα συναισθήματα των ηρώων, σαν να τα ένιωθα εγώ η ίδια, σαν να ‘τανε δικά μου, σαν να ‘μουν εγώ αυτοί, και ζούσα όλα όσα αυτοί «ζουν» τότε θα ήταν σαν να τα ήξερα, ακόμα κι αν δεν τα ξέρω. Θα τα μάντευα. Θα τα δημιουργούσα όπως ακριβώς τα ήθελα. Μα να έχω κάτι σημαντικό να πω. Όχι χωρίς λόγο. Όχι χωρίς ανάγκη πραγματική.

Μα όταν με έχει «πονέσει» κάτι,  κι είναι πολύ δικό μου, με αποσυντονίζει, δεν μπορώ να το χειριστώ σε πρώτο πρόσωπο- επιλέγω τρίτο αναγκαστικά- με «κατακλύζει» το συναίσθημα χωρίς να είναι εύκολο να αποστασιοποιηθώ. Συναισθηματικά φορτισμένος μπορείς να γράψεις; Άλλη μια δυσκολία που πρέπει να παρακάμψω για να γράψω, είναι αυτή. Για να προχωρήσω στη γραφή. Παλεύω με το «ψυχρό» όχι με το ανούσιο. «ψυχρό» είναι ότι δεν έχω φροντίσει όσο θα έπρεπε. Το ανούσιο ποτέ δεν με αντιπροσώπευσε. Πότε όμως αυτό αποκτά περισσότερη ουσία. Νομίζω μέσα στην απλότητα του, όχι όμως χωρίς τη φροντίδα αυτής της απλότητας. Πώς να χρωματίσω τις λέξεις… Πώς να τα «πω»  να μιλήσω στην ψυχή,  πώς να κάνω λογοτεχνία; Δύσκολη υπόθεση. Εντελώς δύσκολη. Κι αυτή είναι όλη η ομορφιά της!

Είναι ωραίο να παλεύεις, να φτάσεις εκεί που δεν μπορείς! Αυτός ο στόχος πάντα ελκύει. Όσο κι αν χρειαστεί να κουραστεί κανείς γι’ αυτόν, όσο κι αν τον καταφέρει. Να τη φτιάξεις την τέχνη αυτή, του λόγου θέλεις… (!) Κι όταν αδύναμος νιώθεις, ανεπαρκής, λίγος, νομίζω τότε αρχίζεις να καταλαβαίνεις το μεγαλείο της και να την πλησιάζεις. Όταν την «αγγίξεις…» πόσο όμορφο να νιώσεις ότι κάτι λίγο πέτυχες… κάτι λίγο έφτασες! Μα ότι αξίζει είναι το ταξίδι! Πάντα αυτό το ταξίδι, το μαγικό… Ψάχνεις, αναζητάς απεγνωσμένα, δεν ησυχάζεις, σκέφτεσαι, βάζεις σε μια σειρά τις σκέψεις σου. Δεν είναι εύκολο να ξεκαθαρίσεις τα πράγματα μέσα σου. Ούτε να φτιάξεις μια ιστορία. Ο αυθορμητισμός είναι ο πολυτιμότερος οδηγός μου… Το ένστικτο! Φέρνει το άρωμα… (!)  Κι εκείνη η ανεπαίσθητη σιγουριά, μεταξύ ανασφάλειας, υπομονής, επιμονής, φόβου, επίγνωσης… Κι η πίστη γι’ αυτό που κάνεις. Ταξίδι(!)… αυτό αναζητάς… Αυτό σε πάει στη γραφή. Ψάχνεις για τη λύτρωση απεγνωσμένα. Τη βρίσκεις εκεί που δεν υπολογίζεις ότι θα τη βρεις. Το δεύτερο ταξίδι μέσα στο πρώτο.  Ανήκει στη ζωή κι αυτό. Αυτή που θέλεις. Όχι αυτή που έχεις. «Συμπληρώνει» τη ζωή, την «υποκαθιστά» στιγμές-στιγμές, ώρες- ώρες, μέρες, χρόνια. Είναι μια δεύτερη ζωή; Δεν ξέρω. Ίσως να είναι. Αγαπώ αυτό το ταξίδι γιατί μια δεύτερη ζωή για μένα γίνεται, όταν η πρώτη… δεν με «καταλαβαίνει» όταν η πρώτη μ’ αρνείται. Ακόμα κι όταν όλα πάνε καλά σ’ αυτήν. Ίσως παρακολουθώ κι άλλες ζωές, μέσα από όλο αυτό, σε σχέση με τη δική μου. Και τότε βλέπω καθαρά ομοιότητες και διαφορές. Τι τύχη να διαφέρω προς το καλύτερο κι όταν είναι, κι όταν δεν είναι, επιλογή μου. Και θλίψη όταν δεν μπορώ ν’ αλλάξω τους άλλους, τον τρόπο που σκέφτονται. Και το χειρότερο απ’ όλα, ν’ αλλάξω μια συμφορά που τους έχει βρει. Μια δοκιμασία όχι σαν και αυτές που περνάμε όλοι, αλλά σαν κι αυτές που δεν περνάμε όλοι.

Το όνειρο! Δεν θέλω με τίποτα να χαθεί τ’ όνειρο! Μέσα σ’ αυτό θα κολυμπάω σ’ όλη μου τη ζωή. Λουσμένη μέσα στο καθαρό νερό του ονείρου! Αλλιώς για μένα αυτή που ζω, δεν μπορεί να λέγεται ζωή. Έτσι συνεχίζω να «μάχομαι» με τον εαυτό μου, ψάχνοντας να βρω τον «καλό» Τι να γίνει; Όλοι έχουμε έναν κακό. Εμπεριέχουμε το καλό και το κακό μέσα μας. Τις ατέλειες μας. Τις αδυναμίες μας. Τις ανασφάλειες. Τα μειονεκτήματα. Ακολουθώ τα βήματα του καλού… Προσπαθώ. Και το κακό το «ξορκίζω» κάνοντας το, «δικό μου» αφού… κομμάτι μου είναι. Το «αγαπάω» κι αυτό. Είναι μου, είναι κι αυτό! Το βλέπω με συμπάθεια και θάρρος. Με υπομονή- δεν το παλεύω, δεν το αντιμάχομαι-  το αγκαλιάζω με  πίστη. Γεμίζω ευγνωμοσύνη για ότι καλό υπάρχει μέσα μου. Αυτό μου δίνει κουράγιο να συνεχίσω. Με καλεί. Θέλει να βγει έξω στο φως. Να μοιραστεί. Να αγαπηθεί. Κάτι μπορεί να αξίζει!  Καθετί μπορεί να αξίζει ν’ αγαπηθεί!

Ο δρόμος όμως, μακρύς… το ταξίδι, ατέλειωτο… σιωπηλό, μοναχικό. Οι άνθρωποι πάντα μακριά μας… «Με μαθαίνω…» Μαθαίνω και τους άλλους καλύτερα, έτσι.  Καταλαβαίνω αν τους αδικώ και πόσο. Δεν με αδικούν μόνο εκείνοι… Τι να σου πω (;) μ’ αρέσει αυτή η μοναξιά; Δεν γίνεται αλλιώς. Όλοι μόνοι μας είμαστε. Αρκεί να μην αφήνουμε μόνο τον εαυτό μας. Όταν τον έχω συντροφιά και τον φροντίζω, είμαι εδώ, καταλαβαίνω αυτή τη χαρά. Εκτιμώ αυτό που είμαι, ότι κι αν είμαι, όπως κι αν είμαι. Τα έχω βρει μαζί του. Κι ας μην τα έχω βρει με κανέναν άλλον. Μακάρι να καταφέρω να βγάλω ότι καλό υπάρχει μέσα μου. Να γεννήσω το καινούργιο. Να αναπνεύσω βαθιά τη χαρά της δημιουργίας. Να γεννήσω «ήρωες» της ζωής, της σκέψης, της μοναξιάς. Πλάσματα αγαπημένα! Αδικημένα! Για μένα, για τους αναγνώστες. Δικά μου και δικά τους. Σαν εαυτοί χαμένοι, αδικημένοι κι αυτοί, μόνοι, παρατημένοι απ’ όλους. Σαν ζωγραφιές μιας άλλης εποχής μέσα στο φόντο της καθημερινότητας. Σαν όνειρο στην πεζότητα, στην καθημερινή δοκιμασία.

Δυσκολεύομαι να περιγράψω τις απλές καθημερινές στιγμές… τις κινήσεις, τα αντικείμενα, τις εκφράσεις του σώματος και του προσώπου, ενώ τις «ζω» τις παρατηρώ πολύ καλά. Δεν χρησιμοποιώ  αυτές τις κοινές λεπτομέρειες στα γραπτά μου… ενώ είναι ένα «απλό» και σίγουρο υλικό.  Αρχίζω να νομίζω ότι αξίζουν το ίδιο με τις συναισθηματικά δυνατές στιγμές, τις αντιδράσεις των προσώπων μέσα από τα λόγια τους, τις ανατροπές, τις πρωτότυπες παρατηρήσεις-ματιές στο χαρακτήρα των ηρώων! Σκέφτομαι να τις χρησιμοποιήσω άμεσα στο μέλλον. Είναι πολύ καλό εργαλείο που μπορεί να είναι χρήσιμο. Ίσως γεννήσει φαντασία και… το ταξίδι πάρει άλλες απρόσμενες διαστάσεις.

Μέσα από τα λάθη μου μαθαίνω! Όπως όλοι. Προβληματίζομαι, γίνομαι καλύτερη. Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς λάθος. Κάποιος είπε… «το λάθος είναι ανώτερο της τέχνης!» Ναι είναι! Γιατί σε «οδηγεί» όπως κάθε λάθος, στο καλύτερο από το προηγούμενο βήμα σου. Δεν προχωράς αν δεν κάνεις λάθος. Αν δεν είχες κάνει το λάθος, δεν θα φρόντιζες να βελτιώσεις αυτό  στο οποίο είσαι αδύνατος- αυτός είναι ένας τρόπος να το καταλάβεις- και θα εξακολουθούσες να είσαι .

Το να μην ξέρεις «τι είσαι» είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα. Να μην έχεις ζυγίσει τον εαυτό σου είναι το πιο σημαντικό λάθος. Κι αυτό το κάνουμε όλοι και πρέπει να το κάνουμε τελικά. Να τον υπερεκτιμάς και να νομίζεις ότι είσαι κάποιος; «Κάποιος» γίνεσαι με πολύ κόπο, θυσίες, αφοσίωση, δουλειά, επίγνωση, θάρρος, υπομονή, σεμνότητα, πίστη. Αλλιώς τίποτα! Άνευ ουσίας και νοήματος. Δεν πλησιάζεις καν στο ζητούμενο. Έτσι από τη μια μέρα στην άλλη.

Σημασία έχει τι γράφεις και πως το γράφεις, όχι  μόνο το ότι γράφεις, απλά. Αυτό μπορεί να το κάνει ο καθένας. Ποιες χορδές της ψυχής του αναγνώστη σου μπορείς ν’ αγγίξεις με τρόπο πρωτότυπο, μοναδικό; Εκεί είναι το θέμα. Πώς θα τις αγγίξεις; Θ΄ ακούσει εκείνος τη δική του μουσική, μέσα απ’ τις δικές σου λέξεις; Θα «ριγήσει» η ψυχή του; Έχουν ήχο οι λέξεις, εκτός από νόημα γι’ αυτό είναι όμορφες! Γράφεις τη δική σου μουσική «γράφοντας…» Μπορείς να καταφέρεις να κάνεις τον αναγνώστη σου να σκεφτεί (;) κάτι που, ποτέ του πριν, δεν είχε σκεφτεί, ή που, δεν  το σκέφτηκε  από τον δρόμο που τον πας εσύ να  το δει, να το σκεφτεί. Μπορείς να τον κάνεις να κλάψει, με κλάμα λυτρωτικό, να συμμετέχει κι εκείνος στην ουσία της σκέψη που του έδωσες, να επικοινωνήσει μαζί σου; Μπορείς να τον ταξιδέψεις; Να τον κάνεις να «φύγει;» Να χαλαρώσει, να ονειρευτεί… ακόμα και ν’ αλλάξεις  τον τρόπο σκέψης του ή, της ζωή του; Κατόρθωμα!

Το διάβασμα είναι θεραπευτικό(!) εκτός από «τροφή για σκέψη» ατέλειωτο ταξίδι, τρόπος ζωής, όνειρο που το ζεις, φως και γαλήνη, ένας άλλος κόσμος! Αρκεί να το δεις (!) έτσι. Να το «ανακαλύψεις» μέσα στην ψυχή σου… να το ξέρεις, να το πιστεύεις. Αν το πιστεύεις…  τότε και γίνεται! Αυτό που πιστεύουμε γίνεται… (!)  Δεν είναι απλή ανάγνωση, η ανάγνωση ενός βιβλίου. Είναι αναζήτηση… είναι διαπίστωση. Είναι γνώση, σοφία, πνευματικότητα! Είναι ανάγνωση με τα μάτια της ψυχής! Να διαβάζεις με την ψυχή σου δηλαδή. Τότε διαβάζεις αλλιώς. Παρηγοριέσαι… Ψάχνεις μέσα εκεί, στις εικόνες, στις σκέψεις του άλλου. Να τον βρεις. Να σου μιλήσει. Να βρεις την ψυχή του, την ψυχή σου-αν μπορούσαμε να βρούμε ο ένας την ψυχή του άλλου… (;)- το σφυγμό σου. Ίσως, κάτι που γι’ αυτήν δεν ξέρεις, ή της κρύβεις αυτό που ήδη ξέρεις, ή δεν μπορείς καν να το φανταστείς αυτό το καινούργιο που μαθαίνεις. Είναι σαν να μη διαβάζεις, αλλά να ζεις(!) Κι αυτό σε βοηθάει να το κάνεις- γι’ αυτό και δε γίνεται πάντα με κάθε βιβλίο- ο συγγραφέας! Ο λογοτέχνης! Να σου «μιλήσει»  μέσα στην ψυχή σου… Να σε κάνει να χαρείς. Να λυπηθείς. Να βρεις τον εαυτό σου μέσα εκεί! Πίσω από τις λέξεις, τις περιγραφές, τις διαπιστώσεις, τα υπονοούμενα… Να βρεις αυτό που ψάχνεις… (;) Κι αυτό που δεν ψάχνεις, το απρόσμενο. Αυτό που δεν ξέρεις ούτε εσύ ο ίδιος ότι ψάχνεις. Αυτό το δεύτερο αν πετύχει, είναι ακόμα καλύτερο. Καταφέρνεις να απολαύσεις. Να ξαφνιαστείς. Να αισθανθείς πληρότητα. Να ξεφύγεις από όποιο καθημερινό βάσανο σε ταλαιπωρεί, σε αδικεί! Είναι «άνθρωπος» το διάβασμα! Κάθε φορά διαφορετικός. Είναι η «παρέα» σου(! ) η «κουβέντα» σου, κι η γνώση σου! Η ενσυναίσθηση, η αυτογνωσία.

Ο συγγραφέας σκέφτεται και για τους άλλους, νομίζω. Τα λέω στον εαυτό μου όλα αυτά… Δεν είμαι! Δεν έγινα!  Είναι μακρύς ο δρόμος. Πιο πολύ όμως το ταξίδι δεν είπαμε μετράει; «Διαβάζει» και για τους άλλους ο συγγραφέας. «Ανακαλύπτει» και για τους άλλους. «Γράφει» και για τους άλλους. Όχι μόνο για τον εαυτό του. Θέλει να το μοιραστεί αυτό που βρήκε, αυτό που κοπίασε να φτιάξει,  και πίστεψε.

Το μοίρασμα. Πόσο ωραίο είναι… αυτό το μοίρασμα γι’ αυτόν που γράφει. Και να ξέρεις ότι κι ο άλλος σε θέλει… θέλει να σε «μάθει» Σου αφιερώνει το χρόνο του, τη σκέψη του, τον εαυτό του! Πόσο ωραίο όλο αυτό… να σε «τιμά» κάποιος έτσι, να επιλέγει να σε διαβάσει. Σε περιμένει όπως τον περιμένεις κι εσύ! Να του δώσεις, να σου δώσει. Να σε πλησιάσει, να σε αφουγκραστεί. Σε αποδέχεται. Κουβεντιάζει μαζί σου έτσι όπως δεν κουβεντιάζει με κανένα. Είναι μια σχεδόν ερωτική σχέση αυτή η σχέση, είναι λαχτάρα(! )προσμονή(!) χαρά(!) και των δύο. Αναγνώστη και συγγραφέα!

Στόχος του δεν είναι να γράψει κάτι εντυπωσιακό, εμπορικό, πολύπλοκο. Μια δύναμη έχει η γραφή, καταλυτική, τη δύναμη της απλότητας του λόγου, της φρεσκάδας του, τη σπιρτάδα της σκέψης! Έχει όμως μεγάλη σημασία πώς θα τοποθετηθούν  αυτές οι σκέψεις. Η τάξη τους, η δομή τους. Κι είναι αυτό, αρχοντιά! Όχι μόνο το περιεχόμενο της γραφής αλλά και η απλότητα που είναι δοσμένο, το μεγαλείο του μέσα σ’ αυτή.

Όποτε γράφω συναισθηματικά φορτισμένη χωρίς να προσέξω αρκετά τον τρόπο, τις λέξεις, τη θέση τους, τη ροή, την ισορροπία, το έχω μετανιώσει. Η «ροή» εμπεριέχει συναίσθημα, αποδίδει συναίσθημα. Έχει «ζωή» όταν έχει «φροντίδα» η γραφή απάνω της! Είναι σεβασμός στον αναγνώστη. Και σεβασμός στο γράφοντα. Πόσες φορές διαβάζουμε απεριποίητες γραφές παρότι στην πορεία της ιστορίας διακρίνουμε διάσπαρτες, ωραίες σκέψεις και διαπιστώσεις, κι από καταξιωμένους συγγραφείς; Υπάρχει τότε έλλειψη σεβασμού στον αναγνώστη που τον κάνει να «παιδεύεται» να μην μπορεί να απολαύσει κάτι, να μπερδεύεται. Τότε δεν τον αφήνει ο συγγραφέας, να το χαρεί. Είναι βέβαια ελεύθερος ο συγγραφέας. Αυτή του την ελευθερία δεν μπορεί κανείς να του την  αφαιρέσει. Όταν όμως κάνει κατάχρηση της, το πληρώνει. Γι’ αυτή την ελευθερία του ζει!  Η ίδια η ελευθερία του όμως είναι  που θα τον εκδικηθεί. Είναι το πως θα τη χρησιμοποιήσει. Αν θα ξετυλίξει την αλήθεια του και πως αυτό θα το κάνει. Εδώ μετράει, κι ο σεβασμός στον άλλο. Γίνεται ταυτόχρονα αναγνώστης και συγγραφέας όταν καταφέρνει να «αποκτά» τα αυτιά του αναγνώστη του και να «ακούει» όπως εκείνος- πρώτος αυτός, ο συγγραφέας- αυτά που έχει  γράψει σαν να  ήταν ξένα, σαν να μην ήταν δικά του.

Η ανάλαφρη ροή μπορεί να δώσει ομορφιά στη γραφή, όχι η ψυχρή παράθεση σκέψεων με λέξεις ψυχρές και ουδέτερες, πρόχειρες, ανακριβείς. Τότε η γραφή είναι απεριποίητη- στην περίπτωση της αδιαφορίας του συγγραφέα γι’ αυτή. Και κατ’ επέκταση για το πώς γίνεται αντιληπτή από τον αναγνώστη. Είναι αδιαφορία για τον αναγνώστη; Να είναι και αδιαφορία για τον εαυτό του; Ποιος ξέρει; Μπορεί. Η ροή αυτή μπορεί να περιέχει συναίσθημα και να το αποδίδει, χωρίς άλλες προσπάθειες. Έχει «ζωή» έχει φροντίδα η γραφή απάνω της, περισσότερη ή λιγότερη. Είναι σεβασμός στον αναγνώστη, τότε. Ίσως η πιο ψυχρή παράθεση να θέλει κάτι άλλο να πει, για το «πώς ακριβώς» νιώθει εκείνος ή να φανερώσει την εμφανή ή μη εμφανή αμηχανία του. Να προδίδει μέσα από την αδυναμία του αυτή, τον εαυτό του, την ίδια του την αδυναμία να γράψει μπροστά στο βάρος των συναισθημάτων του που τον παραλύουν. Όταν κάτι έχει να κάνει με το δικό του συναίσθημα, νομίζω πως δεν μπορεί να υποκριθεί. Ή μπορεί να μην θέλει να υποκριθεί. Ίσως μερικοί να καταφέρνουν να το κάνουν και να είναι πετυχημένη η συνταγή. Όμως δεν μπορούν όλοι. Ανάμεσα σ’ αυτούς είμαι κι εγώ. Δεν θέλω να κρυφτώ, αντίθετα θέλω να «φανερωθώ» μέσα από αυτή τη διαδικασία, σ’ εμένα την ίδια πρώτα. Να γνωρίσω τον ίδιο μου τον εαυτό που ίσως κι εγώ να μην ξέρω. Οι άλλοι δεν με ενδιαφέρουν.

Αλλιώς;  Αν δεν «φροντίζει» όσο πρέπει, όσο χρειάζεται, ο συγγραφέας τη γραφή; Εμπεριέχει αλαζονεία αυτό, αφροντισιά, αδιαφορία; Φτωχαίνει  ο λόγος; Μάλλον. Ίσως όχι πάντα, ανάλογα με το είδος λογοτεχνίας. Ο αναγνώστης πάντως, αυτά δεν τα θέλει. Τα έχει ήδη στη ζωή του καθημερινά. Και την αφροντισιά. Και την αδιαφορία. Χρειάζεται πολύ κάποιον που θα τον σεβαστεί, θα τον υπολογίσει, θα τον συντροφέψει αληθινά. Δεν θέλει ο αναγνώστης να «σκοτώσει» την ώρα του. Ούτε να απογοητευτεί μ’ αυτά που διαβάζει.  Ούτε να μπερδευτεί. Ούτε να αγανακτήσει. Να μετανιώσει. Να τα παρατήσει. Να κλείσει το βιβλίο. Θέλει να τον «καθηλώσει» η γραφή και να μη θέλει ν’ αφήσει  το βιβλίο από τα χέρια του. Τουλάχιστον ο συνειδητοποιημένος! Θέλει να αξίζει τον κόπο, αυτό που θα διαβάσει. Να μην το βαρεθεί. Να του τραβήξει το ενδιαφέρον. Να τον αγγίξει συναισθηματικά. Να βρει διεξόδους στα καθημερινά θλιβερά του αδιέξοδα. Απαντήσεις, «λύσεις» φώς στο σκοτάδι του!

«Εκδίδω» δημοσιεύω… σημαίνει εκτίθεμαι, κρίνομαι, όχι «εκδίδομαι» εξευτελίζομαι δηλαδή. Σχηματίζει ο άλλος μια εικόνα, μια γνώμη για μένα. Για τις απόψεις μου. Την ιστορία που του γράφω την κρίνει κι αυτή.  Έχει την «αφορμή» που «επέλεξε» για τον εαυτό του. Με αφορμή αυτό που διαβάζει, σκέφτεται ή δεν σκέφτεται. Είναι «ευτυχισμένος» ή απογοητεύεται.

«Κι αν έχεις κάτι να πεις… πες το με αξιοπρέπεια. Με τόλμη. Με αγάπη. Όταν είσαι έτοιμος. Όχι όταν δεν είσαι. Χρειάζεται πολύ δουλειά για να κάνεις κάτι καλό. Πολύ δρόμο. Τότε, ίσως κάτι κάνεις. Χρειάζεται  μυαλό προσγειωμένο! Μυαλό που ψάχνει συνεχώς κι αναζητά. Αν δεν αξίζει κάτι, ποτέ να μη γραφτεί!  Ποτέ να μη δημοσιευτεί… ποτέ να μην εκδοθεί, με το ζόρι. Να γίνει για να γίνει, δηλαδή. Χωρίς νόημα, χωρίς ουσία, χωρίς επίγνωση. Χωρίς φροντίδα και δουλειά. Να μη γίνει ποτέ χωρίς όλα αυτά! Δεν θα ταξιδέψει καλά. Δεν θα ανήκει στην Τέχνη. Θα βυθιστεί! Θα ξεχαστεί… Θα μείνει μόνο του, κι άδειο. Κανείς δεν θα το πάρει από το χέρι, να το αγαπήσει. Κι αν δεν το αγαπήσει κανείς, αν δεν αγαπηθεί, ανούσιο ήταν,  κι άχρηστο, και περιττό.» λέω στον εαυτό μου.

Δεν βιάζομαι- παρότι ηλικιακά έχω αργήσει. Την λέξη ηλικία ποτέ δεν την κατάλαβα, κι ούτε ποτέ θα την καταλάβω γιατί νιώθω όσο δεν είμαι, κι έτσι θέλω να νιώθω πάντα. Δεν βιάστηκα ποτέ.  Αν και φοβήθηκα. Σταμάτησα. Πισωπάτησα. Απογοητεύτηκα. Ξαναδοκίμασα. Ήμουν παρούσα! Ανέπνευσα πάλι! Ταξίδεψα κι ακόμα ταξιδεύω… Αυτό το ταξίδι (!) δεν θα το αρνηθώ ποτέ στον εαυτό μου κι ας μην «εκδώσω» ποτέ. Τουλάχιστον δεν κινδυνεύω να «εκδοθώ»

Δεν σημαίνει πως όταν κάποιος «εκδίδει» έχει πετύχει κιόλας κάτι. Προτιμώ να πετύχω κάτι, κι ας μην το εκδώσω ποτέ! Δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι η τέχνη! Να γίνω παιδί της τέχνης μου! Να μ’ αγαπήσει και να την αγαπήσω. Να μείνω πιστή, αφοσιωμένη σ’αυτή. Να μη την εγκαταλείψω. Τι κι αν «εκδώσω» ημιτελής, φτωχή και άδεια. Θα έχω ανεπανόρθωτα εκτεθεί και «εκδοθεί» χωρίς να έχω κάνει τίποτα το σημαντικό. Κι αν αργήσω; Ας αργήσω… (!) Έχω ήδη αργήσει πολύ… Δεν με νοιάζει. Αρκεί που είμαι εδώ κι αγαπώ αυτό το ταξίδι. Σ’ αυτή την ιστορία το ταξίδι μ’ ενδιαφέρει, κι όσα μου μαθαίνει. Βήμα- βήμα. Η δημιουργία. Τώρα, αν θα καταφέρω να «δώσω» κάτι απ’ αυτό…  που ονειρεύομαι, να μεταγγίσω λίγη σκέψη, λίγη θαλπωρή στην ψυχή του άλλου, έχει καλώς! Δεν έχω αυταπάτες. «Μεγάλος» δεν γίνεσαι με τα ψέματα… μα με τις αλήθειες! «Μεγάλος» δεν γίνεσαι…  αν δεν γίνεις πρώτα πολύ μικρός!

Ερμούπολη, 20-12-2018                                                       Μαρία Π. Κρόντη