Και η θάλασσα,

 αυτή η απέραντη γαλάζια θάλασσα,

ποιος άραγε μπορεί να πει με σιγουριά τι είναι;

Είναι ο υδάτινος δρόμος του αποχωρισμού,

αυτός που χωρίζει τη μάνα από το παιδί;

Αυτός ο δρόμος που χωρίζει δύο ερωτευμένους;

Είναι το γαλάζιο που χωρίζει

 τον πατέρα από την κόρη και την αγαπημένη του;

Ή μήπως είναι αυτός ο δρόμος

που κύμα το κύμα,

 καταλήγει στην ακτή,

 στο λιμάνι,

και πώς να ονομάσεις τη θάλασσα τότε;

 Είναι αυτό το απέραντο γαλάζιο

που σου φέρνει όλο και πιο κοντά

ό, τι πριν λίγο, σου είχε πάρει.

Τον γιο, τον αγαπημένο του πατέρα.

Σου φέρνει τον έρωτα.

Αυτό το χρώμα που μοιάζει

πότε με σεντόνι που κουνάς τις άκρες του απαλά

και πότε με βαριά κουβέρτα, χειμωνιάτικη.

Γκρίζα. Άγρια.

Κ ι αν τον διαβαίνεις αυτόν τον γαλάζιο δρόμο;

Πώς είναι να ταξιδεύεις;

Να βλέπεις να απομακρύνεσαι

απ’ ότι έως τώρα έχεις πλάσει;

Πώς είναι να βλέπεις να μικραίνουν

τα βράχια τα σπίτια, το νησί;

 Πώς άραγε, είναι να αφήνεις πίσω όλα όσα αγάπησες;

Θάλασσα, μοιάζεις με τη ζωή.

 Ξεκολλάς από την ακτή και παίρνεις μαζί σου

όνειρα, επιθυμίες αγαπημένους

και ύστερα πάλι σαν σε αγκαλιά

τα γυρίζεις πίσω.

Και αρχίζεις το τραγούδι.

Πότε χαρούμενο σαν το κελάρυσμα του νερού σου στην αμμουδιά

και πότε άγριο, λυπητερό,

σαν τον παφλασμό των κυμάτων στα βράχια

Μήπως έτσι δεν είναι και η ζωή;

Θάλασσά μου.

Δέσποινα Χερουβείμ