Στο σχολειό μου είχα τη τύχη να γνωρίσω μια δασκάλα

που με πήρε από το χέρι και μου έδειξε μια σκάλα

και με δίδαξε για χρόνια πώς ψηλά θα ανεβώ

και σε κάθε σκαλοπάτι πώς μπορώ να κρατηθώ…

 

Η κυρία Κοκολάτου, μια κυρία ετών πενήντα

έμεινε μές’ τη καρδιά μου, τα επόμενα εξήντα

κάθε τόσο τη θυμάμαι σε γλυκές αναπολήσεις

να με οδηγεί σε λύσεις, σ’ όλες τις αναζητήσεις…

 

Της χρωστώ τη μόρφωσή μου, της χρωστάω τη ζωή μου

της οφείλω ένα καντήλι, αναμμένο στη ψυχή μου

χίλια κι άλλα «ευχαριστώ», και στο χέρι θυμιατό

που μου έδειξε το δρόμο, που έπρεπε να πορευτώ…

 

Η κυρία Κοκολάτου, μια δασκάλα ξεχασμένη

έρχεσαι στα όνειρά μου, όμορφη και λατρεμένη

μ’ αγκαλιάζει και με σφίγγει, με παινεύει, με μαλώνει

κι η αγάπη στην καρδιά μου, κάθε μέρα μεγαλώνει!

 

Της υπόσχομαι μια μέρα, αν προλάβω πριν πεθάνω

πως στο πρώτο το σχολείο, μια συγκέντρωση θα κάνω

θάναι όλα τα παιδιά της, όσα έχουν απομείνει

που κρατήσαν στο μυαλό τους, όσα πρόσφερε εκείνη!