Από τον Πέτρο Ρούσσο (Μηλιδώνη) για τη Γυάρο

Από τον Πέτρο Ρούσσο (Μηλιδώνη) για τη Γυάρο - Σύρος - Μια ιστορία σαν παραμύθι

Μια ιστορία σαν παραμύθι

 
Μια ιστορία σαν παραμύθι θα μπορούσε να αποκαλέσει κάποιος τα όσα έχει διηγηθεί στον ΛΟΓΟ ο Πέτρος Ρούσσος (Μηλιδώνης), καθηγητής Λεοντείου Πατησίων επί 35 χρόνια, σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς στο νησί Γυάρος, αφού –όπως λέει- πριν αυτό χρησιμοποιηθείς ως πεδίο βολής του ναυτικού και τόπος εξορίας και φυλάκισης πολιτικών κρατουμένων, ανήκε ουσιαστικά στην οικογένειά του.
 
του Γιάννη Ρουσσουνέλου
 
  Ο Νίκος Ρούσσος είναι το ένατο  παιδί της οικογενείας του Νίκου Ρούσσου (Μηλιδώνη) και της Αντωνέτας Μαραγκού, που έφεραν στον κόσμο δεκατρία παιδιά. Πριν, είχε επιλέξει να προσχωρήσει στην τάξη των φρερ, όταν μετά την Κατοχή υπήρχε κάλεσμα σε νέους που ήθελαν να ακολουθήσουν αυτό το δρόμο με σπουδές στο εσωτερικό και το εξωτερικό, αλλά στη συνέχεια αποφάσισε να αποχωρήσει από την τάξη αυτή και να ασχοληθεί αποκλειστικά στον εκπαιδευτικό τομέα και συγκεκριμένα στη Γαλλική Φιλολογία.
 
 
Πρόγονοί μας οι Ενετοί
 
  «Οι πρόγονοί μας της Άνω Σύρου ήταν Ενετοί που κατείχαν την Κρήτη και όταν κυνηγήθηκαν από τους πειρατές της Αφρικής, όσοι πρόλαβαν με τα πλοία τους σκορπίστηκαν στις Κυκλάδες, γι’ αυτό υπάρχει το καθολικό στοιχείο στο Νομό και ιδιαίτερα στη Σύρο, πολύ πριν το 1821», λέει και επιμένει σε’ αυτό: «Εδώ οι καθολικοί είμαστε απόγονοι Ενετών. Παράδειγμα, το όνομα «Ρούσσος». Είναι γεμάτη με το όνομα αυτό η Ιταλία και η Αργεντινή».
 
  Αναφερόμενος στο γενεαλογικό δέντρο της μητέρας του Αντωνέτας, θα πει πως οι γονείς της κατείχαν ιδιοκτησιακά το μεγαλύτερο μέρος γης στη Γυάρο, που το είχαν αποκτήσει από τον παππού της, γι’ αυτό άλλωστε αποκαλούνται «Αγιουριανοί», δηλαδή καταγόμενοι από το συγκεκριμένο νησί, που διοικητικά ανήκε στον τέως Δήμο Άνω Σύρου.
 
  Ο ίδιος εξηγεί πώς απέκτησε η οικογένεια το παρώνυμο «Μηλιδώνης». Όπως λέει, οι πρόγονοί του είχαν έλθει από την περιοχή (μικρή κωμόπολη) «Μελιδόνι» της Κρήτης και έτσι καθιερώθηκε –επειδή το επώνυμο «Ρούσσος» στη Σύρο ήταν συνηθισμένο- να αποκαλούν τα μέλη της οικογένειας με το παρώνυμο «Μηλιδώνης», άλλωστε το φαινόμενο αυτό σε οικογένειες που το επώνυμο ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένο, αποτελούσε σχεδόν ανάγκη, ώστε να ήταν (και να είναι) δυνατός ο ακριβής εντοπισμός των αποδεκτών μηνυμάτων ή επιστολών.
 
Από την κόρη του σουλτάνου στη γιαγιά του
 
    Πώς έφτασε η ιδιοκτησία της Γυάρου στην οικογένεια; Όπως λέει ο κ. Ρούσσος, η Γυάρος ανήκε ιδιοκτησιακά στην κόρη του σουλτάνου και μετά την επανάσταση του 1821 και την αποχώρηση των Τούρκων, η κάτοχος της γης άφησε τη διαχείριση (προφορικά) στον καλύτερο παραγιό που είχαν και ήταν ο παππούς της μητέρας του και φυσικώ τω λόγω η γη αυτή περιήλθε στους απογόνους της.
 
  Η ιδιοκτησία χάθηκε όταν, μετά τον εμφύλιο, το νησί περιήλθε σε κρατική ιδιοκτησία και χτίστηκαν οι φυλακές, οπότε μετατράπηκε σε «κολαστήρι», με τον εγκλεισμό και τον βασανισμό πολιτικών κρατουμένων.
 
  Ο κ. Ρούσσος πάντως θεωρεί περίεργο τον τρόπο με τον οποίο μεθοδεύτηκε η αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και η μετατροπή του σε χώρο φυλακών πολιτικών κρατουμένων αφού, όπως τονίζει, υπήρχαν άλλες περιοχές, όπως η ακατοίκητη Μακρόνησος, που είχαν επιλεγεί  και προσφέρονταν για τέτοιους σκοπούς, όντας μάλιστα πλησιέστερα στην Αττική.
 
Αναφορά στα «Συριανά Γράμματα»
 
  Εξάλλου, στο 32ο τεύχος του περιοδικού «Συριανά Γράμματα», με εκδότη τον Δημήτρη Βαρθαλίτη, γίνεται εκτενής αναφορά στη Γυάρο και στους κατοίκους της, πριν το νησί μετατραπεί σε χώρο φυλάκισης πολιτικών κρατουμένων.
 
  Σε σχετικό άρθρο με τίτλο «Η γιαγιά η Ελπίδα θυμάται τη ζωή στα Γιούρα», μεταξύ άλλων αναφέρεται:
«…Στους πρόποδες του Άι-Λιά ήτανε το σπίτι μας. Στην τοποθε­σία Σκίνα. Στο βορινό μέρος των Πούρων. Το ύψος από τη θάλασσα ήταν περί­που 300 μέτρα. Πρωί-πρωί δε βλέπαμε τον ήλιο, που έβγαινε, τον έκρυβε ο Άι-Λιάς. Ενώ αντίθετα βλέπαμε τη δύση του ήλιου, μέχρι που βουτούσε στα βουνά της Αττικής. Το καλοκαίρι στα Θερμιά και το χειμώνα βλέπαμε το ηλιοβασίλε­μα στη Τζια.
 
  Επειδή το σπίτι μας ήτανε στο βορινό μέρος, το χειμώνα το κρύο ήτανε και πιο έντονο. Αλλά όσο πιο πολύ κρύο έκανε, τόσο υγεία είχαμε. Το κλίμα ήταν ξερό και υγιεινό. Η θάλασσα, το βουνό και ο αέρας ήταν υγεία….»
«…Δεν φεύγουν από το μυαλό μου οι Βρυσούλες, η Βάρδια, το Κουκούδι. Για πότε έκανα 1 ½  ώρα δρόμο, για να πάω στο εκκλησάκι της Δεκάρμενης ν’ ανάψω το καντήλι. Δεν περπατούσα, αλλά πετούσα μες στα κατσάβραχα. Άνοιγα την πόρτα του κτήματος μας στα Σκίνα κι έφτανα στις Βρυσούλες, που παίρνα­με νερό. Προχωρώντας, έβγαινα στη Βάρδια, απ’ όπου φαινόταν το Λιμανάκι της Παναγιάς. Περνούσα από το Κουκούδι, που είναι η βρύση με τρεχάμενο νε­ρό, κι όποιος πιει, θα ξαναγυρίσει στα Γιούρα, κι έφτανα στην τοποθεσία του Βασίλη.   Κατόπιν έφτανα στις Μάντρες του Πάππου και σε 10 λεπτά έφτανα στο εκκλησάκι, τραγουδώντας Στο βουνό ψηλά εκεί. Έβαζα λάδι στο καντήλι κι άναβα τη λουμινήθρα και το 'βάζα στη θυριδούλα δίπλα στο βήμα. Έπειτα γύριζα στο σπίτι μου απ' τον ίδιο δρόμο.
 
  Τα Γιούρα ήταν ένας πολύ ήμερος τόπος. Ποτέ κανείς δεν τρόμαξε. Ούτε τα παιδιά, ούτε οι παραγιοί, ούτε τα αφεντικά. Ποτέ δεν έβαζες κακό στο μυαλό σου, όταν ξυπνούσες τη νύχτα, όταν περπατούσες τη νύχτα στα βουνά. Δεν είχε τόπους που ν' ακουστούν οι νεράιδες, ούτε φαντάσματα, ούτε στοιχειά και τα Μαύρα Φίδια των Γιούρων, τα μοναδικά που υπήρχαν στο νησί, ήταν τελείως άκακα. Ποτέ δεν ακούστηκε ότι δάγκωσε φίδι άνθρωπο ή ζώο, γιατί λέγανε ότι τα  ‘χάνε «δέσει».
 
Άγνωστες οι αρρώστιες στη Γυάρο
 
«…Ήτανε τόσο καθαρός ο αέρας στα Γιούρα, που ό,τι τρώγαμε, το τρώγαμε με όρεξη, προπαντός το κριθαρένιο ψωμί, αλειμμένο με κοπανιστή. Ποτέ δεν αρρωστήσαμε πάνω στα Γιούρα, ούτε οι μεγάλοι ούτε οι μικροί. Είχαμε την ευλογία του Θεού και της Παναγιάς της Δεκάρμενης.
 
  Όποιος παραγιός ερχόντανε στα Γιούρα, κολλούσε η καρδιά του και δεν ήθελε να φύγει. Στα χρόνια μου, στα 4 σπίτια των Γιούρων, πέρασαν καμιά εικο­σαριά παραγιοί από διάφορα νησιά των Κυκλάδων. Αρκετοί ερχόντουσαν με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Τύχαινε καλοκαίρι να είναι και 50 άτομα στα 4 σπίτια των Γιούρων. Το χειμώνα λιγόστευαν. Όταν μας διώξανε απ’ τα Γιού­ρα, προτιμούσα να ζω μόνη μου σε μια σπηλιά, παρά ν’ αφήσω τα Γιούρα μια για πάντα….»
 
«…Οι Ιταλοί μας διώξανε όλους από τα Γιούρα, γιατί 2 Συριανοί διαδώσανε ότι είχαμε στα Γιούρα ασύρματο και πως τροφοδοτούσαμε καΐκια, που περνούσανε με στρατό και πήγαιναν στη Μέση Ανατολή. Φεύγοντας, πήραμε και τα πρόβα­τα μας. Ξαναγυρίσαμε στα Γιούρα, όταν ήρθανε οι Γερμανοί, αλλά τα ζώα είχαν λιγοστέψει. Τελικά το Κράτος απαλλοτρίωσε τα Γιούρα στις 19 Απριλίου 1949, επειδή είχανε κάνει τις φυλακές, και στις 6 Σεπτεμβρίου 1951 μας διώξανε τελείως από τα Γιούρα...»