Απάντηση Αντώνη Μαραγκού στο άρθρο του Δημήτρη Παπαγούνα

Απάντηση Αντώνη Μαραγκού στο άρθρο του Δημήτρη Παπαγούνα  - Σύρος - «Πιστεύω ότι ούτε ο ίδιος ο Μάρκος θα ήθελε να του στήσουν προτομή ή κάτι άλλο στο λιμάνι ή στην πλατεία»

«Πιστεύω ότι ούτε ο ίδιος ο Μάρκος θα ήθελε να του στήσουν προτομή ή κάτι άλλο στο λιμάνι ή στην πλατεία»

 
"Αγαπητέ κύριε Δημήτρη,
 
Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας ότι η αριστοκρατική Ερμούπολη ούτε γνώρισε ούτε αγάπησε το Μάρκο Βαμβακάρη. Ναι , κάποιοι  αριστοκράτες ή δήθεν αριστοκράτες  μεγαλομανείς Ερμουπολίτες, ψωνισμένοι με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και τις λιλιανφοριάζουσες κυρίες, δεν είχαν καμία δουλειά με ανθρώπους σαν τον Μάρκο, ούτε με τη λαϊκή μουσική, ούτε καν με την παραδοσιακή, νιώθοντας ντροπή και κατωτερότητα για οτιδήποτε ελληνικό. Μεταλλαγμένοι δηλαδή……..
 
Όμως σε αυτό τον κόσμο, είτε μας αρέσει είτε όχι,  συνυπάρχουν όλα. Το μαύρο με το άσπρο, ο Χριστός με το Μωάμεθ, ο πλούσιος με το φτωχό. Όλα αυτά που ζούμε, που γνωρίζουμε και αυτά που μπορούμε να μάθουμε, είναι αποτελέσματα αυτής της ζύμωσης και της διαφορετικότητας.
 
Σχετικά με το σχόλιό σας ότι η μουσική και τα τραγούδια του Μάρκου δεν απηχούν στην κουλτούρα της Σύρου, αλλά ιδιαίτερα της Ερμούπολης και των Ερμουπολιτών, θα ήθελα να σας θυμίσω ότι αυτή η Ερμούπολη έπαψε προ πολλού να υπάρχει. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν πλοιοκτήτες, εργοστασιάρχες, τραπεζίτες και μεγαλέμποροι, που έδιναν ζωή και δουλειά στο νησί, μόνο κάποια θλιβερά απομεινάρια – δείγματα της αλλοτινής της ακμής, νεοκλασικά που ρημάζουν, έντονη παρουσία του δημόσιου τομέα, σωτηρία και χειρόφρενο μαζί, και κάποιες εμβαλλωματικές προσπάθειες «αξιοποίησης» στοιχείων του πλούτου της, μεταξύ αυτών και του Μάρκου Βαμβακάρη.
 
Αναφορικά με το σχόλιο σας ότι η Σύρος είχε ευρωπαϊκά ακούσματα, σίγουρα, υπήρχαν σε κάθε εποχή πενήντα έως εκατό οικογένειες, που είχαν τέτοιο προσανατολισμό και αυτό είναι απόλυτα σεβαστό. Αυτά είναι γούστα και πράγματι αναγνωρίζω την αξία της κλασικής μουσικής, η οποία δεν μου είναι ξένη. Όμως η πλειοψηφία των Συριανών – των βέρων Συριανών οικογενειών – όπως η δική μου, δεν είχαν στο παρελθόν καμία σχέση με αυτά αλλά ούτε και δυνατότητα πρόσβασης. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν τα νύχια του δικού σας παππού ήταν καθαρά και λιμαρισμένα την ώρα που άκουγε άριες, πάντως του δικού παππού ήταν γεμάτα χώμα από  τη γη που δούλευε με τα χέρια του και σας διαβεβαιώ ότι δεν άκουγε άριες, αλλά χόρευε ζεϊμπέκικο, χασάπικο και συρτό. Ζητώ συγνώμη που δεν ανήκε στην κατά φαντασία «πλειοψηφία» των Συριανών που είχε ευρωπαϊκά ακούσματα και που επιβίωσαν χωρίς απώλειες κατά τη διάρκεια της κατοχής, ενώ ο παππούς μου – όπως και τόσοι άλλοι παππούδες – αφού πολέμησε και τραυματίστηκε, πέθανε από την πείνα, έχοντας χάσει και το τελευταίο του χωράφι και το τελευταίο του ζώο.
 
Εγώ, απόγονος αυτού του ανθρώπου, αντί να νιώθω θυμό για αυτές τις γενικεύσεις, σας  λέω ότι έχετε δίκιο. Και πιστεύω ότι ούτε ο ίδιος ο Μάρκος θα ήθελε να του στήσουν προτομή ή κάτι άλλο στο λιμάνι ή στην πλατεία. Καλύτερα να τον τιμήσουν κάπου αλλού, σε μια σπηλιά, σε μια ρεματιά ή και πουθενά. Και τα περί μαυσωλείου, υπερβολή. Ο Μάρκος δεν ήταν ούτε άγιος, ούτε μεγάλος διαφωτιστής, ούτε διδάσκαλος του γένους. Αλλά ήταν ο Μάρκος που αγαπούσε τα ζώα, τους ανθρώπους, την ελληνική ιστορία, τους αρχαίους ήρωες, τα πουλιά, τη φύση, το φεγγάρι, τους απόκληρους αυτού του κόσμου, το τελευταίο δυστυχισμένο πλάσμα του πιο ξεχασμένου καταγωγίου, τους περιθωριοποιημένους εκ των πραγμάτων και της κατάστασης μετά τη Μικρασιατική καταστροφή πρόσφυγες. Εσείς;
 
Στο σημείο αυτό θα ήθελα μάλιστα να τονίσω ότι δεν θα πρέπει να λέμε ότι το ρεμπέτικο ήταν η μουσική των ανθρώπων του περιθωρίου και του χασισιού, γιατί η πλειοψηφία αυτών των τεράστιων συνθετών, μουσικών και τραγουδιστών ήταν Μικρασιατικής καταγωγής, αρκετοί από αυτούς με υψηλή μουσική κατάρτιση, προερχόμενοι από μια πατρίδα που οι Ελλαδίτες δεν την είχαν δει ούτε στον ύπνο τους. Ερχόμενοι εδώ ως πρόσφυγες, έπεσαν θύματα εκμετάλλευσης αλλά και περιθωριοποιήθηκαν σε μια εποχή (του μεσοπολέμου), που η πολιτεία με περίσσεια φροντίδα είχε αφήσει ελεύθερη τη χρήση ουσιών, προφανώς για αποβλακώσει και να αποδεκατίσει αυτό το «σεσηπός μέλος της ελληνικής κοινωνίας» όπως έλεγαν πολιτικοί κύκλοι της εποχής. Θέλω να πω ότι δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να δείχνουμε τη δυστυχία με το δάχτυλο, μέσα από τα σαλόνια μας, κατηγορώντας και κρίνοντας όσα σέρνει μαζί της.
 
Και τέλος πάντων κύριε Δημήτρη, η ιστορία και ο χρόνος μετράνε το ειδικό βάρος, την αξία και το έργο του καθενός μας και του δίνουν τη θέση που του αναλογεί  σύμφωνα με τη δύναμη και την απήχηση του λόγου και των πράξεών  του. Και για ένα πράγμα είμαι σχεδόν βέβαιος. Ότι τα δικά μου και τα δικά σας θα χαθούν στη σκόνη, αλλά του Μάρκου, του Τούντα, του Παπαϊωάννου, του Χατζηχρήστου έμειναν και θα μείνουν. Δεν ξέρω το γιατί. Γιατί είναι αληθινά μήπως;
 
Είναι προφανές ότι η Σύρος δεν αγάπησε ξαφνικά το ρεμπέτικο το Μάρκο. Η Σύρος και ο πληθυσμός της αντιμετωπίζουν πραγματικά προβλήματα, σε μια περίοδο παρακμής και αυτό σπρώχνει κάποιους να αναζητήσουν στοιχεία που συμβάλλουν στην ενίσχυση και προβολή της. Ε, απλά το όνομα του Μάρκου, πουλάει όπως τα λουκούμια και οι χαλβαδόπιτες και το «αξιοποιούμε» ή μάλλον το εκμεταλλευόμαστε σε μια τέτοια περίοδο που ψάχνουμε για σωσίβια. Η αλήθεια βέβαια, είναι ότι σε παγκόσμιο επίπεδο, ο Μάρκος είναι περισσότερο γνωστός από το Ροΐδη, τον Σουρή, τον Αμπελά και όλους τους ανθρώπους του πνεύματος που συνδέονται με τη Σύρο, όμως δεν φταίει ο ίδιος για αυτό. Φαίνεται πως τα τραγούδια του έχουν κάποια δύναμη που με κάποιο τρόπο «πιάνουν» τον Γερμανό, τον Γάλλο, το Σουηδό, τον Ολλανδό, ακόμα και τον Ιάπωνα, αλλά όχι τον Ερμουπολίτη που εντωμεταξύ προσπαθεί να μοιάξει σε όλους αυτούς. Χα, χα.
Να σας ενημερώσω ότι ένα μικρό φεστιβάλ – συνάντηση για το Ρεμπέτικο, διοργανώνεται εδώ και δεκαεπτά χρόνια στην Ύδρα, από τον Ed Emery, Βρετανό καθηγητή πανεπιστημίου. Εμείς όμως ψάχνουμε να βρούμε τι μας φταίει. Προφανώς ο κακός μας εαυτός.
Κύριε Δημήτρη,
 
Σε καμία περίπτωση δεν είναι κάποιος υποχρεωμένος να του αρέσει ο Μάρκος, το ρεμπέτικο, το δημοτικό τραγούδι ή η κρητική μουσική. Όμως, θα ήταν καλό όταν μιλάει δημόσια, να γνωρίζει την ρίζα του κάθε μουσικού είδους και τη σχέση του με την Ελλάδα. Η πραγματική ρίζα της παράδοσής μας κύριε Δημήτρη δεν είναι οι άριες και η δυτική μουσική, αν και έχουν επηρεάσει αρκετά μουσικά μας είδη. Είπαμε, όλα είναι αποτελέσματα αυτής της ατέρμονης ζύμωσης. 
 
Για την ιστορία, έχω κι εγώ κάποια ρητά αρχαίων (αν και κατάγομαι από μια ταπεινή οικογένεια αγροτών και εργατών, που κατά παρέκκλιση της Συριανής main stream κουλτούρας, τους άρεσε το ρεμπέτικο αλλά και όλη η παραδοσιακή μας μουσική) :
·         Θνητός γεγονώς άνθρωπε, μη φρόνει μέγα (αφού γεννήθηκες θνητός άνθρωπε, μην έχεις μεγάλες ιδέες), Μένανδρος, 4ος αιώνας π.χ.
·         Φύσει γαρ άνθρωπος, ό βούλεται, τούτο και οίεται (από τη φύση του ο άνθρωπος, αυτό που θέλει, αυτό νομίζει), Ιούλιος Καίσαρ.  
·         Ω, γένος ανθρώπων ανεμώλιον, αυτοχόλωτον, μέχρι τέλους βιότου μηδέν επιστάμενον (Ω άστατο ανθρώπινο γένος, που πολεμάς τον εαυτό σου, ώς το τέλος της ζωής δε βάζεις μυαλό),  Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς".
 
Με εκτίμηση,
Αντώνης Μαραγκός  του Ιωάννη
 
(μη επιφανής Ερμουπολίτης, εκ του Μάννα και της Άνω Σύρου καταγόμενος, εν Πειραιεί διατελέσας μπουζουκτσής, με μεταπτυχιακό στο καραντουζένι και τις μικρές ασωτίες, χομπίστας διευθυντής τραπέζης) 
 
Και ειδικά αφιερωμένο από το Μάρκο στο Δημήτρη:
 
Τι μου προσάπτεις; Αφού το ξέρεις και το ξέρω ότι όλοι μας έχουμε πάθη, κρυφά ή φανερά.
Έλα τώρα αδελφέ μου Δημητράκη, πιάσε το μπαγλαμά να δεις τη γλύκα του, πιες κι ένα ντόπιο κρασί από τα Χρούσσα, βρες τη Μούσα σου και χαλάρωσε.
Στα χω πεί ξανά και ξανά με τα τραγούδια μου, αλλά εσύ δεν ακούς τίποτα. Εσύ ακούς άριες.
«Στο σκοτεινό κριτήριο, εκεί σε περιμένω» …… σαν φίλος και αδελφός.