Θάλασσα μάνα

Θάλασσα μάνα - Σύρος - Το πέμπτο  κεφάλαιο του λογοτεχνήματος της Ερατούς Θαλασσινού

Το πέμπτο  κεφάλαιο του λογοτεχνήματος της Ερατούς Θαλασσινού

 

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ το τέταρτο κεφάλαιο

 

   Η θάλασσα εκείνη τη μέρα ήταν γαλήνια. Μπλε κι ασημένια κύματα, ανάλαφρα ταξίδευαν τη σκέψη της. Ζωγραφισμένα θαρρείς με απαλό μπλε κι ασημί. Τόσο απαλά δοσμένο όπως η ξύλινη μπογιά ενός παιδιού που μόλις άρχισε να ζωγραφίζει και χάιδευε αδέξια το λευκό χαρτί, «μαθαίνοντας» το μπλε. Κυμάτιζε γλυκά, ανάλαφρα. Χάιδευε το πονεμένο κορμί της Ελένης που ζούσε στο αγαπημένο νησί.

   «Είμαι εδώ» της λέει, «μη φοβάσαι. Είσαι δικό μου παιδί. Σ’ αγκαλιάζω, σε νανουρίζω στου κόσμου μου τη σοφία. Σε ταξιδεύω στα μέρη που θέλεις να πας. Σου κρατώ το χέρι και πάμε μαζί!»

   «Θάλασσά μου» μουρμούρισε σιγανά η Ελένη. «Μάνα θάλασσα… » κι ένιωθε ότι την άκουγε, εκείνη…

   Της είπε πόσο τη λάτρευε, άφησε το ήσυχο αεράκι να πάρει τα μαλλιά της κουνώντας με δεκτικότητα το κεφάλι  προς τα πίσω. Της κράτησε το χέρι. Ψιθύρισε στο αυτί της. Σαν σε κοχύλι, αφουγκράστηκε η μια την άλλη.

   «Σςςς… σςςςς» Ακούστηκε μια βαθιά βραχνή φωνή, «Αγάπα τη σιωπή» της είπε, «είναι η μάνα μου. Κι ο παφλασμός των κυμάτων ο πατέρας μου. Αγάπα την. Άκου την. Είναι σοφή!

   »Εσείς οι άνθρωποι δεν ακούτε. Δεν την επιδιώκετε, γι’ αυτό όταν μένετε μόνοι, πονάτε. Το βασίλειο της σιωπής είναι για τους ευτυχισμένους. Οι δυστυχισμένοι δεν μπορούν να την ακούσουν. Δεν μπορούν ν’ ακούσουν τον εαυτό τους. Την προσπερνούν.  Ή την ψάχνουν, και δεν την βρίσκουν.

   »Μείνε μαζί μου. Μείνε με τη σιωπή μου, τον παφλασμό των κυμάτων...»

   «Θάλασσά μου» είπε η Ελένη, «νησί μου, Σύρα μου, πού βρίσκομαι;»

   «Εδώ είσαι. Ξέρεις που είσαι. Ξέρω πόσο μ’ αγαπάς… Αγάπα τον εαυτό σου. Δρασκέλισε το κατώφλι της Άνοιξης, πιες το αθάνατο νερό της, γέμισε τις χούφτες σου, όνειρα. Ζωγράφισε με τις δικές σου πινελιές τον κόσμο. Αφουγκράσου…

   »Εδώ είσαι. Στην καρδιά της θάλασσας, στην καρδιά του Αιγαίου! Είμαι η μάνα σου. Είμαι η μάνα όλου του κόσμου. Ο ουρανός που σκεπάζει αυτόν τον κόσμο καθρεφτίζεται σ’ εμένα. Έτσι, τον φτάνουν οι άνθρωποι.

  »Γίνομαι γέφυρα ,κι εκείνος έρχεται  πάνω μου και  περπατά. Αγγίζει τους ανθρώπους, και τον πλησιάζουν κι αυτοί. Με ζωγραφίζει με χρώματα, ανταύγειες του μπλε, αποχρώσεις του γκρίζου, του γαλάζιου.  Άλλοτε γεμίζω φως απ’ τον ήλιο. Χρυσίζω, αστράφτω, ξετρελαίνω τους ανθρώπους. Άλλοτε είμαι γκρίζα, ανεξιχνίαστη.

  » Όπου είναι μόνο στεριά, ο ουρανός δεν μπορεί, τόσο εύκολα, να πλησιάσει τους ανθρώπους, ούτε γι’ αυτούς είναι εύκολο, να τον πλησιάσουν.

   »Τότε, φυσάει ο Βοριάς,. Τον φέρνει πιο κοντά τους. Τον «αναπνέουν» οι άνθρωποι τον ουρανό. Τους αγκαλιάζει. Όπου όμως είμαι εγώ, είναι πιο εύκολο.

   »Ο ουρανός με αγγίζει, μου δίνει χρώμα κι ο αέρας φυσά… χαϊδεύει τα νερά. Γεννιέται το κύμα. «Τραγουδάει» το κύμα. Για όποιον μπορεί να τ’ ακούσει, το τραγούδι του, είναι παρηγοριά. «Μιλάνε» με τους ανθρώπους τότε, κύμα κι ουρανός.

  » Έτσι, κουβεντιάζεις κι εσύ μαζί τους, όταν μου μιλάς. Τον αγκαλιάζεις ανάλαφρα τον ουρανό, κι εκείνος δε σ’ αφήνει. Σκέφτεσαι. Μου μιλάς. Τους μιλάς. Σου απαντώ.  Σου απαντούν. Μιλάς στην ψυχή σου τότε. Εκείνη σου απαντά μέσα από μένα, μέσα από εκείνους.

   »Τότε, ο ουρανός «περπατά» στην ψυχή. Την ταξιδεύει. Την παίρνει μαζί του. Έστω για λίγο. Εκεί που θα φτάσει, αρχίζει ήδη να ζει. Φεύγει. Είναι ανάγκη στιγμιαία να φεύγει. Να χάνεται.  Ο άνεμος της μιλά, και το κύμα. Και της τραγουδούν, και την ανεβάζουν εκεί ψηλά, εκεί που θέλει να χαθεί γλυκά, να πετάξει, αφήνοντας αυτόν τον κόσμο τον όμορφο, τον ψεύτη...

   » Θέλεις να τον κλείσεις μέσα στην ψυχή σου, τον ουρανό. Κι εκείνος, σε δέχεται. Σκέφτεσαι. Αναρωτιέσαι. Μετανιώνεις. Λυπάσαι. Κλαις. Βλέπεις όμως, καλά, τον εαυτό σου. Δεν τον φοβάσαι πια, κι ας είσαι, όπως είσαι. Ξέρεις… δεν μπορείς να είσαι αλλιώς. Τον αποδέχεσαι.»

   «Μάνα». Είπε η Ελένη. «Θάλασσα μου… δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα.»

   «Ούτε κι εγώ, χωρίς εσένα.» Είπε η θάλασσα.

  «Για μένα είσαι κάτι σαν νόημα ζωής. Ζω για να σε βλέπω, ζω για να σας βλέπω.»

   «Για σένα; Μα εσύ δεν με χρειάζεσαι, δεν χρειάζεσαι κανένα. »

  «Ο καθένας χρειάζεται τον άλλο. Τι  πα να πει, δεν σε χρειάζομαι;» της απάντησε.

  «Καθρεφτίσου μέσα μου να δεις καλά ποια είσαι; Δεν είσαι τυχαία. Κανείς δεν είναι. Μπορείς να μιλάς μαζί μου, να γαληνεύεις. Να γαληνεύουμε μαζί.

   »Αχ, να μπορούσαν οι άνθρωποι να γαληνεύουν, να ηρεμούν. Προσπαθώ να τους βοηθήσω, τους το λέω, μα δεν με ακούν. Κι εγώ φουρτουνιάζω, και τους καταλαβαίνω. Η φουρτούνα όμως πολλές φορές φέρνει κακό. Να την προσέχεις τη φουρτούνα σου. Και τη φουρτούνα των άλλων. Δεν αφήνει τίποτα όρθιο!» μουρμούρισε σοφά και συνέχισε, «Βάλε βράχια. Με προστατεύουν από τον εαυτό μου και προστατεύω κι εσάς. Όπου δεν υπάρχουν «όρια» τα χτυπήματα είναι ανεξέλεγκτα και ο πόνος πολύς. Θέλω κι εγώ να ξεσπάσω μα… σας προσέχω εσάς τους ανθρώπους- όσο μπορώ- απ’ τα ξεσπάσματά μου. Μόνο, όταν πάτε γυρεύοντας, σας καταπίνουν τα μαύρα νερά μου.

   »Εσείς καταπίνετε ο ένας τον άλλο! Ζείτε χωρίς βράχια, ζείτε χωρίς όρια. Βάλτε βράχια, βρείτε βράχια να κρατάνε γερά! Γίνετε βράχια εσείς, οι ίδιοι, αν χρειαστεί. Η φουρτούνα, η τρικυμία, η θύελλα, φέρνει πολλά. Δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Όλοι έχουμε τις σκοτεινές πλευρές μας, τις δύσκολες μέρες μας. Λυσσομανάει ο βοριάς παντού… Πάλεψε με το κύμα της ψυχής σου. Ευλογημένο είναι αυτό το κύμα. Βάλε βράχια όμως, Ελένη. Κρατήσου γερά, απ’ τα βράχια, χτυπήσου πάνω τους. Κάλμαρε τον πόνο σου. Την μοναξιά σου μη φοβάσαι. Μάθε και να πονάς. Δείξε εσύ το δρόμο στον εαυτό σου. Γίνε, η ίδια εσύ, βράχος για τους άλλους. Νιώσε τους, αγάπησέ τους.

   » Θα φουρτουνιάσεις, θα χτυπηθείς, θα χαθείς… μα… θα καταλάβεις, θα γαληνέψεις πάλι, θα γίνεις «εσύ» Ό,τι καλύτερο μπορείς. Ο καλός εαυτός σου, όχι ο κακός. Αυτός που θα χεις πιστέψει! Στον καλό να πιστεύεις. Τον καλό να φτάσεις. Το μπορείς!

   »Εδώ κοντά μου, δεν φοβάσαι να μείνεις μόνη. Έχεις κάνει το πρώτο μεγάλο βήμα. Γι’ αυτό κουβεντιάζεις μαζί μου. Τι τυχερή που είμαι, που βλέπεις τόσο βαθιά μέσα μου, μέσα σου... Στέκεσαι και με κοιτάς, μ’ ευχαριστείς γι’ αυτό που είμαι. Με κοιτάς, όπως κι αν είμαι.»

   «Τυχερή είμαι που είσαι εδώ δίπλα μου» είπε  η Ελένη, « τυχερή, στ’ αλήθεια!»

   «Θέλεις, να είσαι τυχερή, γι’ αυτό είσαι! Θέλεις, να με βλέπεις, γι’ αυτό με βλέπεις. Θέλεις, ν’ αγαπάς, γι’ αυτό μ’ αγαπάς. Κι όταν θέλεις μπορείς τα πάντα.» της χαμογέλασε.

   «Δεν  θέλω να τελειώσει εδώ η κουβέντα μας» της είπε η Ελένη και δάκρυσε.

   « Δεν θα τελειώσει ποτέ. Εδώ, θα είμαι για σένα… Κι εσύ, εδώ θα είσαι, για μένα.»

 

Ερμούπολη, 27-10-2017                                      Ερατώ Θαλασσινού