ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΜΑ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΜΑ - Σύρος - Ερατώ Θαλασσιινού - Κεφάλαιο πέμπτο – Σχέσεις

Κεφάλαιο πέμπτο – Σχέσεις

 

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ το προηγούμενο κεφάλαιο

  ΤΡΙΑ γράμματα είχε λάβει η Ελένη, από τις συμμαθήτριες, από τα επτά, που θα λάμβανε αργότερα. Άρχισε να μαθαίνει νέα τους, να μαζεύει πληροφορίες για τη ζωή τους. Η Λαμπρινή την πλησίαζε μ’ ένα τρόπο ξεχωριστό, οικείο. Αλλά και οι άλλες.  Όπως αργότερα αποδείχθηκε, χρειάζονταν η μια την άλλη.

   Τα γράμματα- «απάντηση στο κάλεσμα» της Ελένης είχαν δώσει μια όμορφη νότα στη ζωή της. Ένα ξάφνιασμα ωραίο. Αλλά, και μια θλίψη για όσα όνειρα δεν πραγματοποιήθηκαν.

    Ήταν και λίγο ψυχολόγος. Της άρεσε να «σκάβει» στις ψυχές των ανθρώπων, να τις ξεγυμνώνει, να «βλέπει» κατάματα, νωχελικά, σοφά, με έκπληξη, με πίκρα, με απελπισία. Ανακάλυπτε πολλά- κρυμμένα ίσως. Αυτό καμιά φορά την πονούσε. Άντεχε όμως.  Είχε γίνει σκληρή με τον εαυτό της, σκληρή και με τους άλλους. Δεν τους καταδίκαζε εντελώς. Εκ των προτέρων, ήξερε ότι ίσως θα της έβγαιναν «σκάρτοι». Δεν ήλπιζε για κάτι καλύτερο. «Ουδείς τέλειος!» Ήθελε σχέσεις, αλλά, μόνο μέχρι εκεί, όχι πολλά- πολλά. Δοσίματα, ξανοίγματα, αγάπες... Τους «άκουγε» όμως, όλους, τους αγαπούσε, οποιοδήποτε κι αν ήταν το κόστος.

   Αγαπούσε. Το ήξερε. Πιο πολύ αγαπούσε έτσι. Αληθινά, ξεκάθαρα, χωρίς « δήθεν αγάπες» και «λουλούδια», ξέροντας, τι ήταν ο καθένας, λέγοντας του, την αλήθεια του, μαθαίνοντάς τον, μη περιμένοντας τίποτα πια από κανένα.

   Οι συμμαθητές κι οι συμμαθήτριες ήταν για εκείνη, «αγάπη δεδομένη». Την επιδίωκε.  ‘Ήθελε να δει και να μάθει, τους αγαπημένους της. Η  συνάντηση, θα ήταν συνάντηση με τον ίδιο της τον εαυτό. Να επιβεβαιώσει κάποια πράγματα, να δει αν έγιναν όπως τα περίμενε. Ένιωθε να «κρατά το τιμόνι» σ’ αυτή την ιστορία. «’Έπλαθε» την ιστορία τους, πριν καλά-καλά τη γνωρίσει. Προσπαθούσε να τη μαντέψει. Την φανταζόταν… Έφταναν κι οι… «απαντήσεις- εξομολογήσεις», μια-μια.

                                   «Ελένη, παλιά μου συμμαθήτρια,

   »Ζω στη Θεσσαλονίκη. Έχω δύο αγόρια. Ο ένας φοιτητής, ο άλλος δουλεύει. Είμαι νοικοκυρά, αφοσιωμένη στα παιδιά μου. Παρόλα αυτά όμως δεν εγκατέλειψα τον εαυτό μου. Κάνω πολλά πράγματα για μένα. Ευτυχώς. Είμαι και καλλιτεχνική φύση! Ζωγραφίζω, τραγουδώ, χορεύω!

   »Με τον άντρα μου όμως, έχω προβλήματα. Έχει έναν τρόπο πάντα να με πληγώνει. Δεν ξέρω πως τα καταφέρνει. Τον τελευταίο καιρό, ακόμα πιο πολύ. Ή εγώ είμαι πολύ ευαίσθητη, ή εκείνος πολύ σκληρός κι αμείλικτος. Και… τι ειρωνία! Είναι τόσο αγαπητός σε όλους! Σ’ εμένα όμως δεν φέρεται καλά. Ούτε στα παιδιά.

 »Πολλές φορές θέλω να φύγω. Άλλα, όσες πιθανότητες έχω να κερδίσω στο τζόκερ, άλλες τόσες πιθανότητες έχω να πάρω μια τέτοια απόφαση. Ίσως επειδή τον αγαπάω. Τον συγχωρώ. Δέχομαι αυτή του την αδυναμία. Το αξίζω να μου φέρεται έτσι, όμως; Ίσως, γιατί κι εγώ συνέχεια «απαιτούσα» πράγματα και δεν ήμουν ευχαριστημένη ποτέ. Πάντα με μια επίθεση, με μια διεκδίκηση ήμουν.

  » Χαίρομαι πραγματικά που θα κάνουμε αυτή τη συνάντηση. Η αφετηρία μας ήταν ίδια. Η πατρίδα, ο τόπος, η ζωή μας εκεί. Σίγουρα κουβαλάμε κοινά. Κάτι μας ενώνει. Ίσως είναι και μια καινούργια αρχή, στα μισά της ζωής μας, που έχουμε ανάγκη. Να ξαναβρεθούμε λοιπόν, να συνεχίσουμε εκείνο που κάποτε αφήσαμε μισό, ή, να ξαναβρούμε κάτι παλιό, μέσα μας.  

  »Χαίρομαι το δυναμισμό σου, την ευτυχία σου. Νιώθω πως υπάρχει σ’ εσένα κάτι. Σε παραδέχομαι…

  »Καλή αντάμωση! Το Σεπτέμβρη, στην πατρίδα. Καλή αντάμωση!

  » Υ.Γ. Θα πρότεινα, πρώτα συνάντηση γυναικών στην πλατεία για καφέ, και την επόμενη η κανονική, με όλα τα «επακόλουθα», με τους συμμαθητές, τα αγόρια της παρέας… (!)  Στην πλατεία λοιπόν. Θα είμαι εκεί! Βάλε τα πιο εντυπωσιακά σου ρούχα κι έλα. Θέλω όλες να λάμπουμε… (!).

                                              Πολλά φιλιά. Κατερίνα.»

   Λίγο πριν γράψει το γράμμα αυτό, η Κατερίνα, είχε κλάψει. Είχε τσακωθεί με το Γεράσιμο, την προηγούμενη μέρα. Ακόμα κρατούσε η πίκρα εκείνης της κουβέντας, που πάλι, την έκανε να σκεφτεί.

 Ισχυριζόταν ότι την αγαπούσε, αλλά, εκείνη δεν το ένιωθε. Του είπε ξεκάθαρα πως την ενοχλούσε ο τρόπος που της μιλούσε. Για την απότομη συμπεριφορά του τον τελευταίο καιρό, την αδιαφορία του... Εκείνος ισχυρίστηκε πως κανένας άνθρωπος δεν είχε παράπονο απ’ αυτόν. Μόνο η ίδια, συνεχώς διαμαρτυρόταν, για τον τρόπο του, δεν της άρεσε το ένα, δεν της άρεσε το άλλο...

   Δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αλλάξει ούτε στο ελάχιστο το χαρακτήρα του. Του ήταν αδύνατο, έλεγε. «Εσείς θέλετε υποκρισία, δεν θέλετε ειλικρίνεια. Να μην σας λέω την αλήθεια;» Την πλήγωνε που της έλεγε την αλήθεια, δεν ήθελε όμως να το παραδεχτεί. Το λάθος της βέβαια, κάθε φορά που δεν είχε δίκιο, είχε το θάρρος να το δεχτεί. Ο τρόπος του την πλήγωνε. Το παράπονο της Κατερίνας ήταν ότι δεν την ένιωθε, δεν την «πονούσε», ενώ ήξερε πόσο «πάλευε» μέσα στο σπίτι, πόσο νοιαζόταν για όλα. Ίσως δεν ήξερε όμως, πόσο «πάλευε» με τον εαυτό της… πόσο δεν ήταν ευχαριστημένη πρώτα από ‘κεινον.

   «Δηλαδή,» του είπε «εσύ με όλους τους άλλους υποκρίνεσαι, τους λες ψέματα; Τους φέρεσαι, όπως τους φέρεσαι- τόσο καλά μάλλον, χωρίς αυτό να είναι αληθινό  (!). Μήπως  γι’ αυτό και… όλοι είναι ευχαριστημένοι και έχουν έναν καλό λόγο να πουν για σένα (;). Πράγματι, όλοι οι συνάδελφοί σου- και όχι μόνο- όταν με συναντούν, μου λένε πόσο καλός άνθρωπος είσαι! Γιατί σ’ αυτούς φέρεσαι καλά, και σ ’εμάς όχι; Πες και σ’ εμάς ένα «ψέμα»- το έχουμε ανάγκη-πες έναν καλό λόγο!

   » Ούτε στους κοντινούς συγγενείς σου φέρεσαι απότομα. Τους προσέχεις. Εμάς, γιατί δεν μας προσέχεις; Μήπως σου έχει κάνει κακό το ‘διευθυντηλίκι’; Σε φορτώνουν πολύ και ξεσπάς πάνω μας; Ή μήπως λόγω της θέσης σου στην ιεραρχία, νομίζεις ότι δεν μπορεί ποτέ να έχεις άδικο κι ότι τα ξέρεις όλα; Καταλαβαίνεις καλά όλους τους άλλους, εκτός από μας; Τι συμβαίνει Γεράσιμε; Γιατί έγινες έτσι;»

   Ήταν αδύνατο για την Κατερίνα να ηρεμήσει, να τα βρει με τον εαυτό της, να μην τη νοιάζει. Χρειαζόταν θαλπωρή, ηρεμία,  γαλήνη που εκείνος δεν μπορούσε να της τη δώσει. Του ήταν αδύνατον. Ούτε μόνη της να τη βρει μπορούσε, να παλέψει μέσα της με το «κενό» της σχέσης τους. Θα το έβρισκε κάπου αλλού; Αυτό που ζητούσε, για να σταθεί στα πόδια της;

    Εκείνος, όπως ήταν φυσικό, θιγόταν ακόμα περισσότερο με την κριτική της, γινόταν έξαλλος. Τον πλήγωνε, και της επέστρεφε ακριβώς το ίδιο, σε μεγαλύτερο βαθμό. Δεν έβγαινε άκρη. Το «oφθαλμόν, αντί οφθαλμού» δεν βοήθησε ποτέ κανέναν.

    Δεν μπορούσε να του κρύψει πόσο πονούσε. Μέσα από τα γυαλιά ηλίου, εκείνο το απόγευμα, έτρεχαν τα δάκρυα της ποτάμι, έβρεχαν το χλωμό από το φόβο, την απελπισία, πρόσωπό της, προσπαθώντας να τα συγκρατήσει. « Να χωρίσουμε. Είναι  απλό. Εγώ δεν προτίθεμαι ν’ αλλάξω στο ελάχιστο αυτό που είμαι. Δεν μπορώ να είμαι αλλιώς.» της είπε σκληρά. Δεν ήθελε η Κατερίνα να συμβεί κάτι τέτοιο. Να της μιλούσε πιο ανθρώπινα ήθελε, πιο ζεστά, κάπως να σκεφτεί ότι δεν πρέπει να την πονάει.

   Ακόμα και σ’ ένα ζώο, σκεφτόταν, μιλάνε πιο γλυκά, πιο τρυφερά. Εκείνη αισθανόταν χειρότερα κι από ζώο, έτσι όπως της φερόταν. Η ευαισθησία της ήταν υπεύθυνη; Η ανάγκη της για τρυφερότητα; Δεν ήξερε που να την αναζητήσει, που να τη βρει. Ίσως, μόνο στον εαυτό της, τολμούσε να σκεφτεί, αν το έπαιρνε απόφαση κι έλεγε πως, αυτός ήταν ο άντρας της, τι να γίνει, δεν πρόκειται, με τίποτα, να αλλάξει.

   «Να ξέρεις» του είπε, «πως αυτό που λες, σε προδίδει εντελώς. Δεν έχεις καταλάβει τίποτα απ’ όσα σου λέω. Αυτός που αγαπάει, προσπαθεί, κάνει τα πάντα, υπομένει,  παλεύει κάθε δυσκολία! Δεν λέει, δεν ‘προσπαθώ’, δεν ‘μπορώ’.»

     Ίσως κι εκείνη όμως δεν «υπέμενε» όσο έπρεπε.  Το σίγουρο ήταν πως η αγάπη όλα τα μπορεί, όλα τα υπομένει, όλα τα ανέχεται, όλα τα καταλαβαίνει,  για όλα αγωνίζεται. Παλεύει η αγάπη. Παλεύει με το αδύνατο!»

     Ωραία τα έλεγε όλα αυτά, ήξερε όμως, μπορούσε να καταλάβει, το αν, και πόσο, «προσπαθούσε» κι εκείνος, αν του ήταν εύκολο ή δύσκολο. Αν μπορούσε τελικά, να είναι αλλιώς. Και στο κάτω- κάτω γιατί να την πειράζει τόσο, αφού το έβλεπε πως «υπέφερε» κι ο ίδιος, τη στιγμή  που της μιλούσε έτσι; Δεν ήθελε επίτηδες, να την πληγώσει, αλλά μόνο να της πει την αλήθεια ήθελε. «Ναι, σ’ αυτό έφταιξες…  ήθελε απλά να της πει.» έστω με το χειρότερο τρόπο. Και φυσικά, δεν την απέρριπτε εντελώς, όπως εκείνη ένιωθε, για ένα λάθος(!).

   Πνιγμένη από το δίκιο της,  τον ρώτησε. «Μήπως δεν ξέρεις ν’ αγαπάς; Μάθε ν’ αγαπάς. Αγάπη δεν είναι το καλό σεξ, η τρυφερότητα  «μόνο» στο κρεβάτι. Αγάπη δεν είναι, ούτε κι ο έρωτας, ο πλάνος. Αγάπη είναι υπομονή, προσπάθεια, συναίσθημα,  συμπόνια, πάλη με τον εαυτό μας, τον πιο μεγάλο αντίπαλο.

    Κι εκείνη…  ήταν πάντα  πρώτη στην κριτική, την κατηγορία, την απόρριψη, χωρίς υπομονή. «Αγάπα με Γεράσιμε, αν θέλεις, κι αν δεν μπορείς, προσπάθησε. Αγάπα με. Το χρειαζόμαστε όλοι. Ξέρω πως δεν είμαι η καλύτερη, ξέρω πως σε πολλά δεν είμαι εντάξει. Κάνω ότι μπορώ.» Κι εκείνος δεν έκανε ό,τι  μπορούσε; Αν τον αγαπούσε δεν θα τον δεχόταν, όπως ήταν;

   Την κοίταξε σκεπτικός, μάλλον είχε δίκιο, το έβλεπε, έστω κι αν δεν το παραδεχόταν μπροστά της. Εκείνη είχε τα κουράγια να παραδεχτεί. Εκείνος, όχι. Δεν μπορούσε καθόλου, να δει την αλήθεια. Μέσα του, ήξερε, πως είχε δίκιο.

    Μήπως δεν ήξερε ν’ αγαπάει; αναρωτήθηκε. Τελικά, η αγάπη δεν ήταν εύκολη υπόθεση για κανέναν, κι ας πίστευε εκείνος, το αντίθετο. Κι ας πίστευε πως το είχε καταφέρει άνετα. Κι ας ήταν σίγουρος για τα αισθήματά του.

    Στο σπίτι του ήθελε να νιώθει ελεύθερος, να μιλάει όπως θέλει, να έχει πάντα δίκιο, οι δικοί του να τον καταλαβαίνουν, έτσι όπως ήταν, να μην τον παρεξηγούν- αφού το ήξεραν πως τους αγαπάει- όπως τον καταλάβαινε πάντα η μάνα του, με  την τεράστια υπομονή, χωρίς να υπολογίζει τον εαυτό της, ακόμα κι όταν της μιλούσε σκληρά κι απότομα, όταν ήταν έφηβος. Εκείνη την «παντοδυναμία» του έψαχνε. Γιατί να μη συμβαίνει το ίδιο τώρα,  με τα παιδιά και τη γυναίκα του; Γιατί να τον κρίνουν συνεχώς, να του ζητούν κάτι άλλο απ’ αυτό- το «αληθινό»- που τους δίνει; Γιατί δεν ήταν ποτέ τους ευχαριστημένοι;

   Ο Γεράσιμος υπέφερε προσπαθώντας να «πείσει», αφού η απότομη συμπεριφορά του, τάραζε ακόμη κι αυτόν τον ίδιο. Όσο σκληρός ήταν με τα παιδιά του, την Κατερίνα, άλλο τόσο σκληρός ήταν, και με τον εαυτό του. Την ώρα εκείνη «έπασχε». Γιατί δεν καταλάβαιναν την αγάπη του; Γιατί δεν καταλάβαιναν πως κι εκείνος υπέφερε μαζί τους; Για το καλό τους, τα ‘λεγε. Πως υπέφεραν όλοι μαζί, έτσι; Το κακό του καθημερινού ξεσπάσματος με την παραμικρή αφορμή, μεταδιδόταν σε όλους. Εκείνη, δεν είχε πια τη δύναμη να σταθεί δίπλα του. Δεν μπορούσε  να καλμάρει τον εαυτό της κι έπειτα, να έχει τη δύναμη να καλμάρει κι εκείνον.

    Η κριτική από κανένα δεν αντέχεται. Κι οι δύο τους ζητούσαν κατανόηση, τρυφερότητα, και κανένας δεν μπορούσε να την δώσει. Να φερθεί, όπως ακριβώς ζητούσε να του φερθούν. Κι αυτό κούραζε τη σχέση, τη μπέρδευε ακόμα πιο πολύ.

    Μήπως έπρεπε να πάψει πια να του ζητά; Τον είχε κουράσει. Τον είχε διαλύσει. Είχαν γυρίσει πάνω της, οι «κατηγορίες» της. Η αλήθεια ήταν ότι δεν ένιωθε καλά, πονούσε, με τον τρόπο του. Δεν υπήρχε όμως καμιά περίπτωση να το καταλάβει, να το διορθώσει στο ελάχιστο, αν δεν τον άφηνε για λίγο ήσυχο. Μόνο να του έλεγε τι ένιωθε, διακριτικά. Να του επισήμανε τα αισθήματά της, τι την ενοχλούσε, πότε στενοχωριόταν, πότε αισθανόταν άσχημα και γιατί, τι θα την έκανε να νιώσει πιο όμορφα, τι θα της άρεσε… να μιλούσε για ‘κεινη…  χωρίς παράπονα, επιθέσεις, κατηγορίες, γκρίνιες! Χωρίς να έλεγε πια τίποτα για ‘κεινον, για το τι θα έπρεπε να κάνει οπωσδήποτε εκείνος, που δεν το έκανε. Περισσότερη σιωπή ανάμεσα τους. Αυτή θα ήταν πιο εύγλωττη… (!).  Ίσως έτσι, καταλάβαινε.

   Ερμούπολη, 13-11-2017             Ερατώ Θαλασσινού