Ωδή στην Θεοδώρα Βόϊκου Αρβανίτη από την Λίτσα Χαραλάμπους

Ωδή στην Θεοδώρα Βόϊκου Αρβανίτη από την Λίτσα Χαραλάμπους - Σύρος - Μια Άλλη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Μια Άλλη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία 

 
Με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα
Να μπεις απ’ το παράθυρο στη Σμύρνη
Να μου αντιγράψεις τις αντιφεγγιές στην οροφή
Από τα Κυριελέησον και τα Δόξα σοι
 
 
ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΣΜΥΡΝΗ της Ελληνικής Ανατολής το 1919 και ακουμπούσε στη ασφάλεια μιας εύπορης οικογένειας. 
 
 
ΟΙ_ΓΟΝΕΙΣ ΤΗΣ ΕΙΧΑΝ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΥΠΟΔΗΜΑΤΩΝ και τρία καταστήματα με μπεμπέ, ανδρικά και γυναικεία παπούτσια. 
 
ΣΕ ΕΝΑ ΤΕΤΟΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ η μικρή Θεοδώρα είχε την πολυτέλεια να ανακαλύπτει με τα τρία μεγαλύτερα αδέλφια της - Αργυρώ, Γεώργιο, και Βίκτωρα- τη ζεστασιά της άνεσης και της αγάπης.
 
ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΠΡΟΔΙΚΑΖΕ αυτό που έμελλε να ακολουθήσει το 1922 με την Μικρασιατική Kαταστροφή.
 
 
ΟΙ_ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΘΟΛΕΣ όντας  4 ετών αλλά οι εικόνες από τις διηγήσεις της μητέρας της, ζωντανές.
 
ΤΗΣ ΑΡΕΣΕ η ερωτική ιστορία των γονιών της. Η μητέρα της καταγόταν από πλούσια οικογένεια.
 
ΣΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ του παππού της, ο πατέρας της Δημητρός, ήταν υπάλληλος. Ψηλός, λεπτός, ανοιχτόκαρδος, χαρισματικός.
 
ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΕ ΠΑΡΑΦΟΡΑ τη λεπτεπίλεπτη, αριστοκρατική Καλλιόπη – κόρη του αφεντικού του-  και εκείνη ανταποκρίθηκε στη λεβεντιά και την ευαισθησία του.
 
ΌΜΩΣ η διαφορά κοινωνικής θέσης δεν επέτρεπε έναν τέτοιο γάμο. Έτσι,  «κλέφτηκαν» για να υποχρεώσουν τον παππού της Γεώργιο να αποδεχτεί τον έρωτά τους ο οποίος υπήρξε δυνατός μέχρι το τέλος της ζωής τους.
 
ΆΛΛΩΣΤΕ η δεξιοτεχνία του Δημητρού, όταν εγκατέλειψαν τη Σμύρνη  και εγκαταστάθηκαν στη Σύρο, τους χρησίμευσε για να επιβιώσουν.
 
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ έμαθε αυτή τη τέχνη στον μικρότερο αδελφό της Μιχάλη ο οποίος άνοιξε αργότερα στην Αθήνα, στο Μοναστηράκι, βιοτεχνία ανδρικών παπουτσιών με δική του μάρκα και «παπούτσωνε»- εννοείται δωρεάν- όχι μόνο των εννέα αδελφών του τις οικογένειες, όχι μόνο προμήθευε παπούτσια σε συριανά υποδηματοποιεία, αλλά δώριζε απλόχερα και σε όσους συριανούς τον επισκέπτονταν.
 
 
Η_ΗΤΤΑ του Ελληνικού στρατού, η σφαγή και ο εμπρησμός της Σμύρνης- που έβαλε την ταφόπλακα του ελληνισμού της Μικράς Ασίας -  βρήκε την οικογένεια της Θεοδώρας, απροετοίμαστη.
 
ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΤΗΣ άφησαν πίσω σπίτι, περιουσία, και πατρίδα γιατί έπρεπε να μη χαθούν. Γιατί ήταν κάτι αφάνταστο εκείνη η πορεία μέσα στη μαύρη νύχτα και τη βροχή.
 
ΈΝΑ ΔΑΣΟΣ ήταν ο κόσμος που κινούταν με αναμμένα δαδιά, κεριά, αφάνες και  οι κραυγές των μανάδων που χάνανε τα παιδιά μέσα σε κείνη τη φωτισμένη κόλαση, ήταν απερίγραπτη.
 
ΆΚΟΥΓΕ ΤΗ ΜΑΤΩΜΕΝΗ φωνή της μητέρας της -η οποία έπρεπε να μεταφέρει πέντε παιδιά αφού μόλις είχε γεννήσει την Άννα:  «Βίκτωρα!! «Αργυρώ!! από κάτω...πιο δεξιά...»… 
 
 
«Η_ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ, μας έλεγε ότι με το κάψιμο της Σμύρνης  πήρε μια ζώνη και μας πέρασε από κάτω, τον ένα πίσω από τον άλλο  για να μη μας χάσει.. .. Την Άννα την κρατούσε στα χέρια στις φασκιές..  Ο πατέρας μου ήταν αιχμάλωτος .. Οι Τούρκοι έβαζαν βενζίνη σε ένα- ένα σπίτι και το έκαιγαν.. Κρατούσαν τις ξιφολόγχες κι έσπερναν το θάνατο. Μου έλεγε η μητέρα μου.. περπατούσαμε πάνω σε πτώματα και κομμένα κεφάλια.. Δεν περπατούσαμε στις πλάκες, περπατούσαμε πάνω σε πτώματα…»
 
ΠΑΝΤΑ με βάση τις διηγήσεις της μητέρας της, εξιστορεί πώς έφτασαν στη Σύρο: «Μας  έλεγε ότι όλα τα σαπιοκάραβα μάζεψαν για να μας βάλουν μέσα και από τη θαλασσοταραχή μερικοί έπεφταν στη θάλασσα  και πνιγόντοστε..   Μας ρωτούσαν “Πού θέλετε να βγείτε;”  Μήπως  ξέραμε;  Κι όταν φτάσαμε εδώ μας ρώτησαν: “Θέλετε να βγείτε στη Σύρα;” Κι όταν βγήκαμε στην παραλία συναντήσαμε βράχια.. Δύσκολα περπατούσαμε.. και φτάσαμε στα «Καμίνια».. Δεν είχαμε ούτε σεντόνια ούτε κουτάλια.. τίποτα…  γιατί έπρεπε να τ’ αφήσουμε όλα και να προσέχουμε ο  ένας τον άλλον… όταν φτάσαμε εδώ… άλλος μάς έδινε ένα μαξιλάρι, άλλος μια κουβέρτα... Μας έδωσε μια γυναίκα ένα σπιτάκι, σαν χάλασμα ήταν, και κοιμόμαστε.. ήταν χάμω μάρμαρα… και σαν μην έφτανε αυτό ήλθε κι ο πόλεμος.. Άντε νταγιάντα..  Ο πατέρας μου κατάφερε να τον πάρουν στη σχολή που άνοιξαν για τα ορφανά προσφυγόπουλα  ως παπουτσή  και έπαιρνε πολύ καλό μεροκάματο. Με έναν φίλο του από τη Σμύρνη όταν συναντιόντουσαν μιλούσαν με στιχάκια.. Ήταν πονόψυχος.. Όταν έβλεπε κάποιον να υποφέρει τον βοηθούσε…. Χωρίς καπέλο και σακάκι- χειμώνα καλοκαίρι - δεν έφευγε από το σπίτι μας. ….Εδώ στη Σύρο η οικογένειά μας μεγάλωσε… Πέντε παιδιά ήλθαμε από τη Σμύρνη και μετά πρώτη εδώ γεννήθηκε η Ειρήνη, η Γεωργία, η Ευστρατία,  η Ζωή και ο Μιχάλης.. και μετά ο πατέρας μου πήρε κι ένα ψυχοπαίδι.. τι δέκα παιδιά έλεγε, τι έντεκα..»  
 
Η ΘΕΟΔΩΡΑ μεγάλωνε με τ’ αδέλφια της μέσα στη φτώχεια.
 
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΤΗΣ η ευημερία της Σμύρνης ήταν για πάντα η σκιά στην ψυχή.
 
 
ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ένα- ένα έπιαναν δουλειά στα εργοστάσια και η καλοαναθρεμμένη  μητέρα τους με τους λεπτούς τρόπους πάλευε κάτω από πρωτόγονες συνθήκες να τα μεγαλώσει με απόλυτη συναίσθηση της ευθύνης.  
 
ΤΟΝ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟ ΤΗΣ ΣΥΖΥΓΟ Πέτρο, η Θεοδώρα τον γνώρισε στη γειτονιά της, στα «Καμίνια». Βιοπαλαιστής στην οικοδομή.
 
Η ΙΔΙΑ δε σταμάτησε να εργάζεται. Μεγάλωσε πέντε παιδιά. Το Γιώργο, το Δημήτρη, το Βασίλη, το Γιάννη και τη Ρένα.
 
«ΌΣΑ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑ υπήρχαν στη Σύρο σε όλα πήγα. Μόλις έκλεινε το ένα πήγαινα στο άλλο. Βασανίστηκα.. να έχω τα παιδιά μικρά και να δουλεύω από το πρωί μέχρι το βράδυ… και δεν πήρα σύνταξη γιατί δεν μου έβαζαν ένσημα.  Έφτασε να μου δίνουν επίδομα της πρόνοιας... .. Σηκωνόμουν χαράματα ... πλήρωνα τις γυναίκες, να μου τα κρατάνε.. με κρύο άλλοτε να τα κουβαλάω.. να βάζω τη σκάφη  με βροχή και να προσπαθώ μέσα σε τρία δωματιάκια να ζήσουμε τόσοι άνθρωποι..»
 
Η ΘΕΟΔΩΡΑ έχασε τον άντρα της στα 58 του.  «Αρρώστησε με εκείνη την αρρώστια.. Τι τράβηξα.. έμενα μέρες νηστική… από την ανεφαγιά έπαθα αφυδάτωση.. Μέρες και νύχτες στο νοσοκομείο.. με τον άντρα μου άρρωστο περπατούσα κι έπεφτα χάμω.. μου έφερνε η αδελφή μου ένα πιάτο φαί»
 
Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΤΟΥ 1960 οδήγησε τους δύο γιους της Γιώργο και Δημήτρη στην Αυστραλία.
 
ΧΗΡΑ ΠΙΑ ΖΟΥΣΕ με τον καημό της ξενιτιάς. Σταμάτησε να βγαίνει από το σπίτι της. Μοναδική της διέξοδος η καθαριότητα. . «Μ’ αρέσει το σπίτι …να πολεμάω όλη μέρα.. Εδώ αισθάνομαι ασφαλής..» έλεγε και όλο πρόσμενε την επιστροφή των παιδιών της..
 
ΏΣΠΟΥ ΕΦΤΑΣΕ ΤΟ ΧΑΜΠΕΡΙ. Ο Γιώργος της πέθανε στη ξένη γη. Δεν του χάιδεψε το μέτωπο στην αρρώστια του, δεν τον έθαψε κοντά της: «Πώς ζω, ούτε ξέρω..  Εγώ είμαι χαροκαμένη μάνα..Τι τράβηξα σε όλη μου τη ζωή… Του χριστού τα πάθη… Για βιβλίο κάνει η ζωή μου» έλεγε και ξεσπούσε  σε λυγμούς. 
 
 
ΤΟ ΜΑΡΑΖΙ την έριξε στο κρεβάτι. Άρχισε σιγά -σιγά να χάνει τη μνήμη της αλλά είχε κοντά της το Βασίλη, το Γιάννη και φύλακα άγγελο, τη μοναχοκόρη της Ρένα. Μια ξεχωριστή θυγατέρα που πάλευε να απαλύνει τις πληγές της και να δροσίζει τα ξεραμένα πικρά της χείλη.
 
 
Η ΘΕΟΔΩΡΑ ΒΟΪΚΟΥ ΑΡΒΑΝΙΤΗ, η τελευταία εν Σύρω Μικρασιάτισσα,  έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, ανήμερα των Χριστουγέννων.
 
ΚΑΠΟΙΟΣ ΨΙΘΥΡΙΣΕ ότι ο θεός την αγαπούσε πολύ για να την πάρει μια τέτοια άγια μέρα .. 
 
ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΗΣ ΤΑΦΗΣ ΤΗΣ ο ήλιος έλαμπε και η Θεοδώρα δεν ήταν πλέον ανυπεράσπιστη στη δυστυχία μιας ολόκληρης ζωής. 
 
ΈΠΑΨΕ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙ το ίδιο χέρι να τη σημαδεύει αλύπητα από το βάθος των χρόνων.
 
ΉΤΑΝ Η ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΡΙΑ που νίκησε την αιωνιότητα. 
 
ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΒΑΘΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΑΜΑΤΑ, η ψυχή της φάνταζε όμορφη, σαν ένα ολόφωτο δέντρο μια παλιά νύχτα των Χριστουγέννων στη Σμύρνη..  
 
ΤΩΡΑ ΠΙΑ ΘΑ ΓΡΑΨΟΥΝ ΣΤΟ ΜΝΗΜΑ ΤΗΣ ότι έζησε στα σύνορα ενός πολύ άδικου κόσμου και πέθανε κυνηγώντας ένα αβέβαιο όνειρο …